Παρασκευή, 12 Ιουλίου 2013

Η ΤΟΜΠΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ από το corfu-museum.gr

Η τόμπολα είναι ένα τυχερό παιγνίδι που τα παλιά χρόνια παίζονταν δημόσια στην Κέρκυρα.
Το έτος  1734  ο βασιλιάς της Νάπολης Κάρολος Γ! των Bουρβόνων, αποφάσισε να επισημοποιήσει στο Βασίλειο του το τυχερό παιγνίδι τόμπολα που είχε σχεδιάσει η φαντασία των ανθρώπων της Νάπολης και, το οποίο σύμφωνα με την άποψη του Βασιλιά, αν παίζονταν σε  καθορισμένα, μη φανερά  μέρη, θα είχε σαν αποτέλεσμα να αυξηθούν τα έσοδα στα ταμεία του κράτους. Σε αυτό αντιτάχθηκε ο Δομινικανός μοναχός Gregorio Maria Rocco.
 Μεταξύ του κράτους και του μοναχού ξέσπασε μια βίαιη διαμάχη. Ο πατέρας Rocco, που συνδέονταν με τον βασιλιά με  μια σχέση αγάπης και μίσους, είπε, ότι δεν ήταν σωστό να εισαγάγει μια «τόσο παραπλανητική και ανήθικη ευχαρίστηση» σε μια χώρα που προσπαθεί να συμμορφωθούν οι  πάντες  με την καθολική διδασκαλία.
Το μόνο που τελικά κατάφερε ο ιερωμένος ήταν να αναστέλλεται το παιγνίδι κατά τη διάρκεια της εβδομάδας των εορτασμών των Χριστουγέννων.  Με λίγα λόγια, εκείνες τις ημέρες το παιχνίδι,  δεν θα μπορούσε να αποσπάσει την προσοχή των ανθρώπων από τις προσευχές.
Πως παίζεται το παιγνίδι αυτό;
Στους παίκτες μοιράζονται καρτέλες.
 
 Σε κάθε μία από τις  καρτέλες  υπάρχουν 3 σειρές και 9 στήλες.
Η 1η στήλη περιέχει αριθμούς από 1-10,
Η 2η στήλη περιέχει αριθμούς από 11-20,
Η 3η στήλη περιέχει αριθμούς από 21-30, ….
Η 9η στήλη περιέχει αριθμούς από 81-90.
Σημειώστε ό,τι σε κάθε σειρά μόνο 5 από τις 9 στήλες είναι κατειλημμένες από αριθμούς. Οι άλλες στήλες παραμένουν κενές.
Οι αριθμοί κληρώνονται ένας –ένας. Την κλήρωση την κάνει μία τριμελής επιτροπή. Το ένα άτομο κληρώνει το νούμερο και το δίνει στο δεύτερο άτομο που ανακοινώνει το νούμερο δυνατά και, το καταγράφει με την σειρά που κληρώθηκε. Το τρίτο άτομο τοποθετεί τους αριθμούς που κληρώθηκαν πάνω σε μια βάση που είναι αριθμημένη συνεχόμενα από το 1-90.
 Όλοι μπορούν να αγοράσουν και να παίξουν με όσες κάρτες θέλουν χωρίς περιορισμό. Τα άτομα που κάνουν την κλήρωση δεν μπορούν να συμμετέχουν στο παιχνιδι ταυτόχρονα.
 Στην Τόμπολα θα έχουμε δύο δώρα. Ο πρώτος τυχερός είναι ο παίκτης ή η παίκτρια που έχει συμπληρώσει πρώτος ή πρώτη τους πέντε αριθμούς σε μία πλήρη σειρά (οριζόντια), στην ίδια κάρτα. Τότε φωνάζει αμέσως την λέξη «ΠΕΝΤΑΔΑ»(Τσινκουϊνα στην Κέρκυρα), και κερδίζει το ΠΡΩΤΟ δώρο. Ο δεύτερος τυχερός είναι ο παίκτης ή η παίκτρια που έχει συμπληρώσει πρώτος ή πρώτη και τους δεκαπέντε αριθμούς σε μία πλήρη κάρτα. Τότε φωνάζει αμέσως την λέξη «ΤΟΜΠΟΛΑ», και κερδίζει το ΔΕΥΤΕΡΟ και μεγαλύτερο δώρο.
   Οι παίκτες αν ακούσουν κάποιο αριθμό που τον έχουν στις κάρτες τους τον κυκλώνουν με μολύβι ή στυλό, ώστε η επιτροπή που κάνει την κλήρωση να μπορεί να επαληθεύσει τα νούμερα που κληρώθηκαν.
 Αν κάποιος έχει συμπληρώσει «ΠΕΝΤΑΔΑ» ή «ΤΟΜΠΟΛΑ» και δεν το φωνάξει έγκαιρα ή φωνάξει μετά από κάποιον άλλο τυχερό τότε, χάνει το δικαίωμα του αντίστοιχου δώρου και κερδίζει όποιος φώναξε πρώτος. Αν δύο ή τρεις παίκτες συμπληρώσουν ταυτόχρονα «ΠΕΝΤΑΔΑ» ή «ΤΟΜΠΟΛΑ» τότε κερδίζουν όλοι (στατιστικά είναι απίθανη η περίπτωση ταυτόχρονης συμπλήρωσης πεντάδας ή πλήρους κάρτας). Οι κάρτες της Τόμπολα έχουν αρίθμηση στην πίσω πλευρά. Ο αριθμός αυτός θα συμμετέχει και στην κλήρωση της λαχειοφόρου. Μετά την ανάδειξη του δεύτερου τυχερού θα κληρωθούν πλούσια δώρα.
Στην Κέρκυρα(*):

Ε πως περιμέναμε όλοι ,μικροί και μεγάλοι, την Κυριακή που θα έβγαινε η Τόμπολα! Τι σχέδια ! Τι όνειρα ! τι καρδιοχτύπια! Δεν ήτανε βέβαια μεγάλο το ποσό που κερδίζανε οι τυχεροί αλλά αρκετό για να ικανοποιήσουνε τις φιλοδοξίες τους οι άνθρωποι της εποχής εκείνης, που είχανε λίγες ανάγκες και λιγότερες απαιτήσεις.
Όλοι αγοράζανε δελτία και ο πιο φτωχός ακόμα κατάφερνε να μη μείνει έξω από τoν νυμφώνα.
Αγοράζανε από ένα δελτίο Και όλη τη βδομάδα δεν σκεφτόντανε τίποτε άλλο παρά τι θα πάρουνε με τα λεπτά που είχανε από τότε, με τη φαντασία, στη τσέπη. Όσο περνούσανε οι μέρες τόσο μεγάλωνε και η συγκίνηση του κόσμου. Το δε Σάββατο το απόγευμα, που βλέπανε να κουβαλάνε στη Σπιανάδα τα άδεια βαρέλια επάνω στα οποία θα καρφώνανε την εξέδρα, όταν ετοιμάζανε το κοντάρι που θα ανέβαζε τους αριθμούς στο ψηλό πίνακα, ο ενθουσιασμός του λαού δεν είχε βασταγμό.
«Αχ και να μου έπεφτε κυρά Μαγδάλω αύριο, ας ήτανε και τσινκουϊνα  και να πάρω ένα κερί στον Άγιο»
«Μακάρι κυρά Μάρω μου  και να θυμηθείς που είμαι χήρα με δυό παιδιά  στα χέρια και το τρίτο στη κοιλιά»
   Λίγο μακρύτερα στήνανε τον ιστό, στην κορυφή του οποίου δένανε ένα μαντήλι χρωματιστό με μερικές δραχμές, τον αλείφανε με ξύγκι κι’ εκείνος που θα κατάφερνε να φθάσει ως απάνω θα χαιρότανε τα χρήματα και θα εξασφάλιζε τη δόξα.


Την Κυριακή λοιπόν το απόγευμα όλη η Κέρκυρα, πλούσιοι, φτωχοί, νέοι, γέροι αρσενικοί και θηλυκοί, μαζευόντανε στη Κάτω-Σπιανάδα, γύρω από την εξέδρα και περιμένανε. Παρακάτω έπαιζε η Φιλαρμονική. Γέλοια! Χαρές! Πηδήματα! Ματιές, λογάκια γλυκά, δίνανε και παίρνανε. Σωστός πανζουρλισμός! Έφθανε τέλος η ώρα και ένα ατελείωτο σούουου.. σταματούσε κάθε κίνηση, έπαυε κάθε ομιλία και ακολουθούσε άκρα σιωπή. Ο καθένας έβγανε το δελτίο του και κρατώντας στο χέρι ένα μυτερό ξύλο για να τρυπάει τους αριθμούς που θα βγαίνανε ήτανε έτοιμος, όλος αυτιά! 

«Αριθμός πενήντα δύο». Σήκωνε το πενήντα δύο στο κοντάρι, το γυρίζανε από όλες τις μεριές για να το δούνε καλά και έπειτα από ένα λεπτό «Αριθμός εξήντα τέσσερα». Έτσι ο ένας οπίσω από τον άλλον βγαίνανε οι αριθμοί  και οι τυχεροί τους σημειώνανε στα δελτία τους ή τις καρτέλες όπως τις λέγανε τότε. Όλοι παρακολουθούσαν του να βγαίνανε οι αριθμοί και οι τυχεροί τους σημειώνανε στα δελτία τους.
Όλοι παρακολουθούσαν το βγάλσιμο από τους κύβους
με μία θρησκευτική σιγή που δεν απαντάς ούτε εκεί που μιλεί ο Πατριάρχης. Αλλά δεν λείπανε και τα σχετικά αστεία. Κάποιος έξαφνα εφώναζε «Τσινκουϊνα» και όλοι περιμένανε με την ψυχή στο στόμα να προβάλει ο τυχερός, που τελικά δεν παρουσιαζότανε…ή κανένας βιαστικός και ανέβαινε για να εξετάσει η επιτροπή το δελτίο του και όταν έβγαινε που είχε κάμει λάθος, έπαιρνε τις αποδοκιμασίες με σφυρίγματα «Που είχες τα μάτια σου!» «Χαρά στο ρεντίκολο!» και τα παρόμοια δεν είχανε τελειωμό. Τα παιδιά είχανε για δουλειά να πέφτουνε δίπλα σε καμιά γριά που δεν καλόβλεπε και αν είχε τρυπημένους τέσσερις αριθμούς της λέγανε βγήκε και ο πέμπτος. Συζήτηση με τη γριά : «Δεν βγήκε»! «όχι βγήκε»!, όταν δε την καταφέρνανε να πάει να δεi κι’ ανέβαινε κουτσαίνοντας στην εξέδρα, το τι γενότανε όποιος το είδε το ξέρει. 

 Άκουες «Τόμπολα» και κοβόντανε το αίμα. Μια,δύο,τρεις φορές ώσπου κέρδιζε κάποιος  πραγματικά, τότε ανέβαινε επάνω, του εξετάζανε το δελτίο, το βρίσκανε σωστό, του μετρούσανε τα χρήματα και κατέβαινε σφίγγοντας καλά στο χέρι του το θησαυρό, ενώ τον υποδεχόντανε ένα μουρμουρητό απογοήτευσης και ένας βαθύς αναστεναγμός τάραζε τα στήθη τόσων ανθρώπων που για μια βδομάδα ζούσανε με την ελπίδα και, ήτανε βέβαιοι ότι εκείνη τη στιγμή θα ήταν αυτοί που θα φεύγανε με τα όβολα στη φούχτα.  «Ας είναι την άλλη φορά θα κερδίσεις του λόγου σου κυρά Κατερίνα». «ο Άγιος να βάλει το χεράκι του, γιατί να σου πώ , Ευλαμπία μου, εσένα που δεν είσαι ξένη, έχω ανάγκες, τώρα μάλιστα που ετοιμάζω και τι προικιό της Σμαράγδας  μου».
Αφού για καλό και για κακό πηγαίνανε όλοι να δούνε στον πίνακα τους αριθμούς μην έγινε κανένα λάθος ή μην παρακούσανε, ετρέχανε γύρω από τον ιστό όπου περιμένανε καμιά δεκαριά κοντόχοντροι, μαύροι, καραβοναύτες, οι οποίοι δοκιμάζανε να φθάσουν την κορυφή . Πλησίαζε ο πρώτος, έκανε να ανέβει γλιστρούσε έπεφτε ανάσκελα , γέλια, φωνές, σφυρίγματα. Δεύτερος, τρίτος, τέταρτος κάποιος έφθασε ως τη μέση ,άλλος σχεδόν στη κορυφή. «Κουράγιο καραβόσκυλο, του εφώναζαν. Τίποτε. Ένας τέλος, πιο άξιος ή πιο τυχερός από τους άλλους , κατάφερνε να φθάσει ως επάνω και να πάρει το μαντήλι με τα χρήματα. Ε! τότε, κινδύνευε το ακουστικό τύμπανο από τα χειροκροτήματα, τα ζήτω, τα σφυρίγματα, και τις στριγκλιές.  
  Αφού καμάρωνε για λίγο τον άξιο ναύτη που κρατώντας με το ένα χέρι το μαντήλι με το θησαυρό σφούγγιζε με το άλλο τον ιδρώτα, που έτρεχε από το πρόσωπό του στο λαιμό ποτάμι κι διάβαινε σκαμπανεβάζοντας σαν παλιοφελούκα ,τα πλήθη σκορπίζανε, σιγά-σιγά, η μουσική ξανάρχιζε να παίζει, νύχτωνε και έτσι περνούσε η Κυριακή ευχάριστα γι’ όλους, μα πιο πολύ για εκείνους που είχανε κερδίσει την Τόμπολα  
(*) Εμμανουήλ Μαυρογιάννη ΚΕΡΚΥΡΑΪΚΟΙ ΤΥΠΟΙ ΚΑΙ ΚΟΡΦΙΑΤΙΚΑ ΕΘΙΜΑ Αθήνα 1949 σελ. 131
Κάρτα Τόμπολας την εποχή των Βαλκανικών Πολέμων.

Αν αναλύσουμε την περιγραφή του Εμμανουήλ Μαυρογιάννη μπορούμε να σημειώσουμε την κοινωνική μορφή του παιγνιδιού αυτού σε δημόσιο χώρο. Εκεί τα κουτσομπολιά, εκεί τα πειράγματα, τα καλοπιάσματα. Ο Άγιος πάντα στη μέση σαν αναπόσπαστο μέλος της κοινωνίας της Κέρκυρας. Η Φιλαρμονική παρούσα πάντα και αφιλοκερδώς. Τα στοιχεία αυτά είναι η Κέρκυρα του χθες, του σήμερα (έστω και με μικροπαραλλαγές) και
ελπίζουμε και του αύριο. Η ομορφιά και η συναισθηματική φόρτιση διαβάζοντας ένα τέτοιο άρθρο, κάνει κάθε Κερκυραίο να φαντάζεται τις ωραίες στιγμές της κοινωνικής ζωής αυτού του τόπου. Όλοι μαζί, παρεξηγημένοι κάποιοι με κάποιους που την άλλη μέρα δεν θα αντάλλασσαν  καλημέρα, φλερτ και φανταστικές,  με τις ανταλλαγές ματιών,  απιστίες που μπορεί να βγαίνανε πραγματικές, ζηλοφθονίες που δεν κατέληγαν πουθενά παρά μόνο σ’ ένα κουτσομπολιό, προσωρινές υπερηφάνειες στηριζόμενες στα ντυσίματα, στη συμμετοχή με πολλές ή λίγες καρτέλες, επίδειξη κάποιου πλούτου κ.λ.π. Όλα ανθρώπινα και ανθρωπινά, μέσα στα όρια της από κοινού διασκέδασης και συνύπαρξης.


Categories:

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου