Παρασκευή, 5 Ιουλίου 2013

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΖΑΚΥΝΘΙΝΟΠΟΥΛΑ από το ionianpress.gr

του Γιάννη Δεμέτη
ΖΑΚΥΝΘΟΣ – Σήμερα αγαπητοί αναγνώστες, με αφορμή το τραγούδι “Ζακυνθινοπούλα”, που γράφτηκε το 1946 από τον δημοσιογράφο Τόλη Γαρουφαλή, και τονίστηκε από τον μουσικοσυνθέτη Πιέρρο Πανταζή, θα ταξιδέψουμε μουσικά, λίγα χρόνια πίσω.
Θα βρεθούμε στην παλιά Ζάκυνθο και θα δανειστούμε θύμησες από τους Γιάννη Βίτσο, Στέλιο Τζερμπίνο, Νίκια Λούντζη, Σπύρο Δαφαράνο, Πόπο Ξένο, Νιόνιο Βασιλάκη, Τάση Πάτρα αλλά και τις κόρες του Πιέρρου Πανταζή, την Ελλάδα και την Ζωζώ, που είχανε την καλοσύνη να συνομιλήσουν τηλεφωνικά μαζί μου.
Χάρη στις πληροφορίες των δυο θυγατέρων, του αείμνηστου Πιέρρου Πανταζή, έχουμε ολόκληρο το τραγούδι.
Ο μουσικοσυνθέτης Γιάννης Βίτσος (1923 – 2002), ήτανε εκείνος που διέσωσε μέρος από τα λόγια και τη μουσική του τραγουδιού, όταν το κατάγραψε το 1990 και το παρέδωσε στο ευρύτερο κοινό.
Το τραγούδι το συμπεριέλαβε στην ενότητα, Διωδίες (Ζακυνθινά ντουέτα), στο βιβλίο του “Ζακυνθινά Πεντάγραμμα”, που εξέδωσαν το 1992, οι “Φίλοι του Μουσείου Δ. Σολωμού και επιφανών Ζακυνθίων” με την επιμέλεια του Νίκια Λούντζη.
Βέβαια το τραγούδι έχει διασωθεί “all” orecchio” και από τους κατά καιρούς τραγουδιστάδες, τόσο τους Ζακυνθινούς, όσο και τους κανταδόρους της Αθήνας.
Ο γνωστός ερευνητής, δικηγόρος Στέλιος Τζερμπίνος, στο άρθρο του ΜΟΥΣΙΚΑ ΑΠΟΓΡΑΦΑ, που δημοσιεύτηκε στα ΕΠΤΑΝΗΣΙΑΚΑ ΦΥΛΛΑ, τόμος ΙΗ΄, 3 – 4, Ζάκυνθος, Φθινόπωρο – Χειμώνας 1997, αναφέρεται στους δημιουργούς του τραγουδιού, γράφοντας:
“Η πρόσφατη τότε και διάσημη σήμερα “Ζακυνθινοπούλα” στα φόρτε της.
Για την ιστορία σημειώνω: Γράφτηκε σε στίχους του δημοσιογράφου Τόλη Γαρουφαλή (πέθανε τον Ιούλιο του 1994) όταν το καλοκαίρι του 1946 παραθέριζε στη Ζάκυνθο και είχε γοητευθεί από την παρουσία μιας από τις νεαρές τότε κόρες του συνθέτη.
Μουσική: Πιέρρου Πανταζή.” (και συνεχίζει), “Οι μετασεισμικοί στίχοι, πάνω στην ίδια μελωδία δεν είναι του Σπύρου Μαρίνου-Μισοπούλη, όπως πολλοί νομίζουν, ούτε του Μπούμπη του Κεφαλινού, όπως υποστηρίζουν άλλοι, αλλά κάποιου Αθηναίου “κονφερανσιέ” (το είδος ήταν πολύ της μόδας τότε) που, σε σύναξη σεισμοπλήκτων Ζακυνθίων καλλιτεχνών στην Αθήνα, αυτοσχεδίασε τους στίχους της μετασεισμικής αυτής εκδοχής. Δυστυχώς δεν μπόρεσα να μάθω τ” όνομά του”.
Δεχόμενοι την επισήμανση του Στέλιου Τζερμπίνου, βλέπουμε ότι το πρόσωπο για το οποίο γράφτηκε το τραγούδι, ήταν υπαρκτό.
Ήταν μια από τις κόρες του Ζακυνθινού συνθέτη Πιέρρου Πανταζή (1894 – 1970), ο οποίος έγραψε τη μουσική.
Ο Πιέρρος Πανταζής είχε τέσσερα παιδιά τον Νύσο, που όπως γράφει ο Τζερμπίνος “σταδιοδρόμησε κι αυτός σαν πετυχημένος μουσικός (κοντραμπάσο), σε ελαφρές ορχήστρες της Αθήνας, και τρεις κόρες τη Νούλα, τη Ζωζώ, και την Ελλάδα.”
Ποια όμως από τις τρεις ήταν εκείνη, που ενέπνευσε τον Γαρουφαλή;
Πληροφορίες από ανθρώπους της εποχής αναφέρουν ότι και οι τρεις ήτανε πανέμορφες.
Επειδή μου αρέσει να ψάχνω, αποφάσισα να καταφύγω στο τηλέφωνο.
Επικοινώνησα λοιπόν πρώτα με τον εγγονό του συνθέτη, Τζίνο Μπονάσι ο οποίος με έφερε σε επαφή με τις θείες του Ελλάδα και Ζωζώ.
Από τη συνομιλία που είχα μαζί τους αποκαλύφτηκε ότι το τραγούδι γράφτηκε για τη Ζωζώ,
η οποία μάλιστα, συμμετείχε σε μια σκηνή της ταινίας “Κόκκινος Βράχος”, που γυρίστηκε στη Ζάκυνθο το έτος 1949 από τον Γρηγόρη Γρηγορίου. Σημειώνω ότι τη μουσική για την ταινία έγραψε ο Μάνος Χατζιδάκις.
Το τραγούδι “Ζακυνθινοπούλα”, αγαπήθηκε από τους Ζακυνθινούς και τραγουδήθηκε πολύ. Αποτέλεσε διαβατήριο για τη νεώτερη Ζακυνθινή μουσική παραγωγή, στα μεταπολεμικά χρόνια και στην Αθηναϊκή μουσική σκηνή.
Ας ξαναθυμηθούμε στους στίχους.
“Καθώς προβάλλεις στου σπιτιού σου το πορτόνι, κουκλί, κουκλάκι με την τόση σου τη χάρη,
η ομορφιά σου όλο φως γύρω απλώνει, κ” είσαι του Τζάντε μας στολίδι και καμάρι,
στην αγορά ή σε περίπατο σαν βγαίνεις, πάντα δροσάτη με την τόση τσαχπινιά,
ξένους και ντόπιους στο λεπτό τους ξετρελαίνεις, γιατί είσαι κούκλα αληθινή μια ζωγραφιά.
Γλυκιά μου Ζακυνθινοπούλα μελαχρινή μου ή ξανθούλα,
μ” αυτά τα λαμπερά σου μάτια στολίζεις θρόνους και παλάτια.
Γλυκιά μου Ζακυνθινοπούλα πεντάμορφη νησιοτοπούλα,
μ” αυτή την τόση ομορφάδα στολίζεις όλη την Ελλάδα.
Κίτυ σε λένε, Ελενίτσα ή Μπεμπέκα
είσαι της άνοιξης το πιο όμορφο λουλούδι
παιδούλα είσαι, είτε διαβολογυναίκα,
είσαι της άνοιξης το πιο όμορφο τραγούδι.
Γλυκιά μου Ζακυνθινοπούλα μελαχρινή μου ή ξανθούλα,
μ” αυτά τα λαμπερά σου μάτια στολίζεις θρόνους και παλάτια.
Γλυκιά μου Ζακυνθινοπούλα πεντάμορφη νησιοτοπούλα,
μ” αυτή την τόση ομορφάδα στολίζεις όλη την Ελλάδα.”
Μετασεισμικά προστέθηκαν πάνω στην ίδια μουσική, οι παρακάτω στίχοι, που σύμφωνα με τον Στέλιο Τζερμπίνο οφείλονται σε κάποιον Αθηναίο “κονφερανσιέ”του θεάτρου.
Οι μετασεισμικοί στίχοι, αναδεικνύουν βέβαια το πρόβλημα που προέκυψε από τους καταστρεπτικούς σεισμούς του ’53, και προσπαθούν να παρηγορήσουν τους πληγέντες από τους σεισμούς συμπατριώτες μας.
Δεν έχουν όμως καμιά σχέση με την όμορφη Ζακυνθινοπούλα Ζωζώ Πανταζή, που ενέπνευσε τον Τόλη Γαρουφαλή.
Ας τους δούμε λοιπόν κι αυτούς:
“Εδώ που άλλοτε ανθίζανε λουλούδια,
εδώ που άκουγες τα πιο όμορφα τραγούδια,
εδώ απλώθηκε της συμφοράς σκοτάδι,
μόχθοι και όνειρα χαθήκανε στον Άδη.
Μα για το Τζάντε μας το Φιόρο του Λεβάντε,
π” άδικη μοίρα το εχτύπησε σκληρά,
αγαπημένοι αδελφοί κουράγιο κάντε,
και η Ζάκυνθός μας τη χαρά θα ξαναβρεί.”
Επισημαίνεται ότι η προσθήκη των στίχων κράτησε την επικαιρότητά τους μέχρι της εποχής, που η καινούργια Ζάκυνθος ολοκληρώθηκε οικοδομικά.
Στη συνέχεια έπαψαν να τραγουδιούνται.
Ο Νίκιας Λούντζης, που αναφέρεται διεξοδικά στον Πιέρρο Πανταζή και το έργο του, στο τρίτομο έργο “Η Ζάκυνθος μετά μουσικής…”, που εξέδωσαν οι “Φίλοι του Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων”, τον χαρακτηρίζει ως δημοφιλή λαϊκό συνθέτη, με ανάλαφρη μουσική διάθεση και αμεσότητα στην καθημερινότητα της ζωής, γεννημένο μουσικό, δεξιοτέχνη εγχόρδων οργάνων και καταξιωμένο διευθυντή μπάντας.
Οι Σκοπιώτης (Πόπος) Ξένος, Διονύσιος Βασιλάκης και Τάσης Πάτρας νεαρά παιδιά τότε, είναι από τους τελευταίους τραγουδιστάδες στην ταβέρνα “Το Λιμάνι της Καντάδας”, που άνοιξε το 1963, στο Πόρτο, στη μετασεισμική Ζάκυνθο.
Την ταβέρνα την άνοιξαν, οι Οδυσσέας Κεφαλληνός, Γιάννης Ραζής, Θοδωρής Ακτύπης, Νιόνιος Μάνεσης, Νίκος Παπαδάτος και αποτέλεσε ευχάριστη συνέχεια, σε μια προσπάθεια να σταθεί η Ζάκυνθος στα πόδια της, διατηρώντας με “νύχια και δόντια” την παράδοση, αναφορικά με τα μουσικά δρώμενα.
Εκτός από τους τέσσερις πρώτους ιδιοκτήτες, που τραγουδούσαν, στο ξεκίνημα συμμετείχαν με έγχορδα μουσικά όργανα και παράλληλα τραγουδούσαν και οι: Τάσης Κεφαλληνός (κιθάρα), Νιόνιος Μάνεσης (κιθάρα), Γιάννης Βυθούλκας – Μαγκιώρος (μαντολίνο), Μιχάλης Κουτσουβέλης (μαντολίνο), Στέφανος Κόκλας (Φίος), Σπύρος Λάγιος και πολλοί ακόμα.
Συμμετείχαν και οι νεαροί τότε, Τιμόθεος Μαρμαράς (Μπουλουκάνας), Νιόνιος Βασιλάκης (Κρητικός), Σπύρος Κεφαλληνός, Πόπος Ξένος, Βασίλης Χριστοδουλόπουλος (Νίας) και Τάσης Πάτρας.
Εκεί ακουγόταν παραδοσιακά, με χαρακτηριστικό αυθεντικό ζακυνθινό, μελωδικό και αξεπέραστο τρόπο, Ζακυνθινές μελωδίες: ύμνοι, αρέκιες, πολυφωνικές καντάδες και τραγούδια, ερωτικά ντουέτα (δυωδίες), τση τάβλας, φυλακίσια.
Στην πραγματικότητα η ταβέρνα αποτέλεσε σχολείο για τα νεαρά Ζακυνθινόπουλα, που είχαν έφεση στην τοπική μουσική παράδοση.
Συμμετέχοντας και τραγουδώντας παρέα με τους παλαιότερους, έπαιρναν το βάφτισμα για τη συνέχεια.
Όσοι ακόμα ενθυμούνται την ταβέρνα του Πόρτου, μιλάνε με νοσταλγία, συγκίνηση και αγάπη για την εποχή και το κλίμα, που επικρατούσε σ” αυτήν.
Ξεχωριστή θέση στο ρεπερτόριο της παρέας των τραγουδιστάδων στο “Λιμάνι της Καντάδας ”, είχε και η “Ζακυνθινοπούλα”, τόσο με τους αρχικούς στίχους του Γαρουφαλή, αλλά και με τους μετασεισμικούς, τους νεώτερους στίχους, για όσο κράτησε η επικαιρότητά τους, καίτοι βέβαια οι μετασεισμικοί αποτελούσαν μια αυθαίρετη παρέμβαση στους αρχικούς στίχους του Γαρουφαλή, αλλά και την μουσική του Πανταζή.
Είναι προφανές βέβαια, ότι το αρχικό στιχούργημα εστίαζε στην ομορφιά της χαρισματικής ζακυνθινής κορασίδας, (μελαχρινής ή ξανθιάς), που είχε μελοποιηθεί από τον αείμνηστο χαρισματικό μουσουργό Πιέρο Πανταζή, ενώ το μετασεισμικό στιχούργημα εκμεταλλευόμενο τη μουσική του συνθέτη, λειτουργούσε για κάμποσα χρόνια παρηγορητικά.
Απαραίτητα λοιπόν κάθε βράδυ, το τραγούδι, εν είδη ύμνου προς την ομορφιά, τραγουδιόταν, χαρίζοντας ευχαρίστηση, παρηγοριά και ελπίδα στους θαμώνες και όχι μόνο.
Από την παρέα του λιμανιού οι Οδυσσέας Κεφαλληνός, Γιάννης Ραζής και με τη συμμετοχή του Σπύρου Δαφαράνου, την χειμερινή περίοδο, άνοιξαν την ταβέρνα “Ψαροκαλύβα”, στο ισόγειο της οικίας του Γιάννη Καπνίση, στη σημερινή οδό Γιάννη Κλαυδιανού, συνεχίζοντας την παράδοση.
Η “Ψαροκαλύβα”, λειτούργησε σαν συνδετικός κρίκος μεταξύ παλιάς και νέας εποχής και δημιούργησε ένα χαρακτηριστικό στέκι για τη ζακυνθινή κοινωνία.
Ίσως κάποια φορά αναφερθούμε σ” αυτή.
- See more at: http://ionianpress.gr/news/local-news/culture/12972-----qq#sthash.fZcvZTfb.dpuf
Categories:

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου