Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2020

Η ΝΤΟΓΑΝΑ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΙΑΣ της Δημήτριας Φωκά



Ένα από τα πιο εμβληματικά οικοδομήματα της Βενετίας είναι το Punta della Dogana, το τελωνείο που χτίστηκε στην Αναγέννηση και κλέβει την παράσταση ακόμα και σήμερα.  Κατά τον 15ο αιώνα οι εξελίξεις στην εμπορική δραστηριότητα της Βενετίας οδηγούν στην μεταφορά και κατασκευή κατασκευή νέου Τελωνείου στο δυτικό άκρο του νησιού Ντορσοντούρο απέναντι από το παλάτι των Δόγηδων.Το κτίριο σε σχέδια του αρχιτέκτονα Giuseppe Benoni κατασκευάστηκε σε στρατηγική θέση εκεί που ενώνεται το Canale Grande με το κανάλι της Giudecca ώστε κανένα πλοίο να μην μπορεί να περάσει αν πρώτα δεν είχαν πληρωθεί οι απαραίτητοι δασμοί. 

Το τριγωνικό σχήμα του κτιρίου είναι μια άμεση αναφορά στα πλοία της Βενετίας, ενώ το σύμπλεγμα με τα αγάλματα που στεφανώνει την στέγη, συμβολίζει την υπεροχή της Γαληνότατης. Δύο Άτλαντες κρατούν μια χρυσή σφαίρα που πάνω της στέκεται η θεά Τύχη. Όλο το σύμπλεγμα μπορεί να γυρίζει ανάλογα με τη φορά του ανέμου. 
Το τελωνείο αποπερατώθηκε το 1682 και χρησιμοποιήθηκε μέχρι και τη δεκαετία 1980 για να μείνει μετά άδειο κι εγκαταλειμμένο για 30 χρόνια. Χάρη στον δισεκατομμυριούχο συλλέκτη έργων τέχνης Φρανσουά Πινό, η παλιά αποθήκη του τελωνείου αναστηλώθηκε και μεταμορφώθηκε σε μουσείο υψηλών προδιαγραφών με τις αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις του Ιάπωνα αρχιτέκτονα Ταντάο Άντο.- Το ίδιο το κτίριο είναι ένα συναρπαστικό έργο. Στο εσωτερικό του, ο Ιάπωνας αρχιτέκτονας απομάκρυνε αλλοιώσεις και προσθήκες αιώνων επαναφέροντας το εσωτερικό στην καθαρή του μορφή από κόκκινα τούβλα και ξύλινα δοκάρια. Μέσα σε αυτό το χώρο, ο Ando πρόσθεσε το δικό του σύγχρονο όραμα, κόβοντας παράθυρα στις αρχαίες πύλες του Benoni, για να χαρίσει φευγαλέες εικόνες των περαστικών πλοίων, προσθέτοντας επιπλέουσες τσιμεντένιες σκάλες προς τιμήν του πρωτοποριακού βενετού μοντερνιστή Carlo Scarpa και ανεγείροντας το δικό του εμπορικό σήμα, τις καλογυαλισμένες επιφάνειες από μπετόν αρμέ σε ορθογώνιες αίθουσες.Το τελικό αποτέλεσμα είναι μια συνειδητή και δραματική αντιπαράθεση του παλιού και του νέου, που ταυτόχρονα αποδίδει την οφειλόμενη τιμή στην ιστορία της ναυσιπλοΐας της πόλης και στην μεταβαλλόμενη αρχιτεκτονική της.

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2020

ΛΕΥΚΑΔΑ ΚΑΙ ΕΝΕΤΟΚΡΑΤΙΑ



Το 1684 την Λευκάδα, κατέλαβαν οι Ενετοί και επισημοποίησαν την κατοχή τους με την συνθήκη του Κάρλοβιτς το 1699*. 
Η πρωτεύουσα Αγία Μαύρα, μεταφέρθηκε από τους Ενετούς στη σημερινή της θέση που τότε ονομαζόταν «Αμαξική». Από τη χρονιά αυτή οι πολιτικές τύχες της Λευκάδας είναι ίδιες με τις τύχες των άλλων ιονίων νήσων. 
Κάτω από τη σημαία της Βενετίας τα νησιά του Ιονίου απόκτησαν για πρώτη φορά πολιτική ενότητα, αν και η Βενετική κυριαρχία δεν υπήρξε η ίδια σε όλα τα νησιά. Η ευέλικτη ενετική πολιτική χάραξε στα Επτάνησα πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά πλαίσια προσαρμοσμένα στα τοπικά έθιμα που βρήκε σε κάθε νησί: αναγνώρισε παλιότερα προνόμια, υιοθέτησε θεσμούς και επέτρεψε την τοπική αυτονομία και τη δημιουργία τοπικής αριστοκρατίας.
 Έτσι τα Επτάνησα, πέραν των ομοιοτήτων που συνεπαγόταν η κοινή πολιτική πορεία, παρουσιάζουν και διαφορές. Π. χ. η Κέρκυρα και η Κεφαλονιά αντιπροσωπεύουν δυο διαφορετικά πολιτειακά-διοικητικά συστήματα. Στην Κέρκυρα το πολίτευμα έχει έντονη την παρουσία του τοπικού αριστοκρατικού στοιχείου ενώ στην Κεφαλονιά παρουσιάζεται μεγαλύτερη διείσδυση του λαϊκού στοιχείου. Η Λευκάδα διοικείται σύμφωνα με τον δικό της Καταστατικό Χάρτη, «τα προνόμια της Κοινότητας της Αγίας Μαύρας» που της παραχώρησε ο Μοροζίνι το 1684.
Η κυρίαρχη τάξη είναι οι nobili, δηλαδή, οι «ευγενείς» ή «άρχοντες», οι κάτοχοι μεγάλης κτηματικής περιουσίας που αποτελούν μια ελάχιστη μειοψηφία. Μόνο τα μέλη της έχουν πολιτικά δικαιώματα (cittadini). Αρχικά μόνο 70 οικογένειες ανήκουν στους cittadini αλλά σταδιακά το δικαίωμα αυτό το αποκτούν περισσότεροι. Η δεύτερη τάξη είναι οι αστοί: οι έμποροι, οι οποίοι έχουν και σπίτι στην πόλη και υπολογίσιμη περιουσία στον κάμπο της πόλης, οι γιατροί, οι δικηγόροι, οι συμβολαιογράφοι, οι φαρμακοποιοί-όλοι αυτοί αποκαλούνται signori και επισήμως notabili. Δεν έχουν πολιτικά δικαιώματα αλλά διαθέτουν κοινωνικό κύρος. 
Ακολουθούν τα κατώτερα στρώματα της δεύτερης τάξης: οι μικροκτηματίες της περιοχής του κάμπου, της πόλης, οι οποίοι διέμεναν στην πόλη, και οι χειρώνακτες επαγγελματίες (ξυλουργοί, χτίστες, βυρσοδέψες, μακελλάρηδες, ράφτες, σανδαλοποιοί, σαπωνοποιοί κ.λ.π.). Και στο χαμηλότερο σκαλοπάτι της αστικής κοινωνικής κλίμακας οι μικροαλιείς, οι μεταφορείς και οι χωρίς μόνιμη εργασία: οι κατ’ εξοχήν «μπουρανέλλοι». 
Κάποιοι μεγαλοκτηματίες βρίσκονται στην ύπαιθρο, μερικοί από τους οποίους διαμένουν και στην πόλη. Είναι οι «αφέντες» της περιοχής, έχουν προστάτες στο αρχοντολόι της πόλης και κολίγους στα κτήματά τους. 
Το πολυπληθέστερο πληθυσμιακό στρώμα το αποτελούν οι ελεύθεροι μικροκτηματίες γεωργοί και οι κτηνοτρόφοι της υπαίθρου. Ζουν εξαιρετικά επίπονα και στερημένα υπό την σκληρή εκμετάλλευση των αρχόντων και των Ενετών. Ένα πολύ μικρότερο μέρος είναι οι κολίγοι, που καλλιεργούν τα κτήματα των κτηματιών. Συνολικά η ύπαιθρος συγκεντρώνει το 80% του πληθυσμού.
Ορισμένοι επαινούν την αποτελεσματικότητα και την διπλωματικότητα του ενετικού συστήματος διακυβέρνησης: εκσυγχρόνισε τη δημόσια ζωή, ιδρύοντας δικαστήρια και βάζοντας τις βάσεις για την οργάνωση των διοικητικών υπηρεσιών. Δεν παύει όμως να είναι ένα σύστημα ολιγαρχικό, που επέβαλε την οικονομική και πολιτική κυριαρχία μιας μειοψηφίας σε βάρος των πολλών και εξέθρεψε έτσι τις κοινωνικές αντιδικίες και συγκρούσεις της εποχής.
*
Η Συνθήκη του Κάρλοβιτς ήταν μια διεθνής συνθήκη ειρήνης που υπογράφηκε στις 26 Ιανουαρίου 1699 στο Σρέμσκι Καρλόβτσι, μια πόλη στη σημερινή Σερβία. Η συνθήκη τερμάτισε τον αυστροοθωμανικό πόλεμο του 1683-1697 στον οποίο οι Οθωμανοί ηττήθηκαν