Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 28 Ιουνίου 2026

Το κόκκινο σπαλέτο, ένας παλιός Κυθηραϊκός θρύλος *

 




Από τις πιο συζητημένες μορφές της Νεοελληνικής μυθολογίας στα Κύθηρα είναι οι νεράϊδες. Στα παιδικά μας χρόνια όλοι οι ηλικιωμένοι μας έλεγαν ιστορίες και πίστευαν ότι τις είδαν, ή τις άκουσαν.

Νέες, πανέμορφες γυναίκες σύχναζαν σε ερημικές ρεματιές, σε λαγκάδια, στις Όχελες, στην Παλιόχωρα, στην Παλιόπολη, στήνανε χορούς, τραγουδούσαν και πλένανε. Είχαν μαγική δύναμη που την αντλούσαν από το μαντήλι τους. Ο λαός πίστευε πως, αν τους αφαιρέσεις το μαντήλι, τότε χάνουν τη μαγική τους δύναμη.
Σύμφωνα με ένα παλιό Κυθηραϊκό θρύλο, σε ένα χωριό των Κυθήρων ζούσε ένα νεραϊδογέννημα, μια κοπέλα με σπάνια ομορφιά και τόσο όμορφα μάτια, που ραγίζανε ακόμα και οι καθρέφτες, όταν τα αντικρύζανε. Της άρεσαν τα λουλούδια, το φεγγάρι, μιλούσε με τα αστέρια, έτρεχε με ξέπλεκα μαλιά γύρω στα πηγάδια και στα περιβόλια και πλάι στο βαθύ ποτάμι της Παλιόπολης. Όλο το χωριό ήταν ερωτοχτυπημένο μαζί της. Σκοτωμοί, καυγάδες για χάρη της κι αυτή ένοιωθε μια ανείπωτη χαρά. Μια μέρα κάποιος αποφάσισε να ξελυτρώσει το χωριό από τα χέρια μιας τέτοιας γόησσας και τη σκότωσε παίρνοντας από πάνω της το μαντήλι, το κόκκινο σπαλέτο, που δεν το αποχωριζόταν ποτέ και ήταν κεντημένο με βενέτικο χρυσάφι και τα πιο ακριβά ζαφείρια. Αυτό το μαντήλι ήταν μαγεμένο και δεν έπρεπε καμιά γυναίκα να το φορέσει. Όπως ήταν το βαρύτιμο μαντήλι, το αφιέρωσαν στην Παναγία πάνω στο βουνό. Μια θυελλώδη νύχτα ο Αντρέας, ο γιος της σκοτωμένης νεράϊδας έκλεψε το κόκκινο σπαλέτο από την εικόνα για να το χαρίσει στη Ρέλια, την πανέμορφη κοπέλα που αγαπούσε στο χωριό. Σήμανε συναγερμός, χτύπησαν οι καμπάνες και οι χωριανοί έβγαλαν λιτανεία την εικόνα, διότι προβλέπανε πως θα συμβεί κάτι κακό. Οι κατάρες του πλήθους πέσανε πάνω στον Αντρέα και τη Ρέλια που είχε περασμένο στο λαιμό της το κόκκινο σπαλέτο και τους αφάνισαν.
Αυτός ο Τσιριγώτικος θρύλος, το 1919 έγινε θεατρικό έργο, μια συμφωνική τραγωδία από τον Κυθήριο ποιητή, θεατρικό συγγραφέα και λιμπρετίστα Γιάννη Πρινέα από τα Μητάτα (Απάχηδες των Αθηνών, Ριρίκα κ.α.) Ο Πρινέας το αφιέρωσε στην αγαπημένη του μνηστή Albina Schubert, εγγονή του μεγάλου μουσουργού και παίχτηκε για πρώτη φορά στο θέατρο Παπαϊωάννου το 1919 * η Ελένη Χάρου είναι φιλόλογος και λαογράφος/ιστορικός το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο προσωπικό ιστολόγιο της συγγραφέως το 2016 (eleniharou.gr)

Κυριακή 15 Μαρτίου 2026

ΤΟ ΣΚΑΡΤΣΟΦΟΛΙ του Στάθη Γουσέτη (Κέρκυρα)

 


Συμβολή στα ήθη και τα έθιμα του νησιού μας , 

''το προικοσύμφωνο''  

( "σκαρτσοφόλι" , το λέγανε ) της μάνας μου , 

για 

το γάμο της πριν από 91 χρόνια  ,  το 1935 . 

Παπάδες δεν ανακατευθήκανε  . Το υπογράφει ο 

πατέρας της . Τον άλλο χρόνο γεννήθηκα κι εγώ 

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2024

ΤΟ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΟ ΤΖΑΝΤΙΩΤΙΚΟ ΠΕΠΟΝΙ *




 Όταν τελείωνα τις εξετάσεις και παίρναμε το «ενδεικτικό», το δώρο του πατέρα μου — μη γελάστε — ήταν ένα πρωτόλουβο[πρώιμο] πεπόνι.

’Ηταν οι μέρες που δειλά - δειλά τα «πριμαρόλια» αυτά «εξεσποντάριζαν» στου Περάτη.
Ποιός δέν θυμάται — από τούς παληούς» — τους περίφημους «μασκαμπάδες»; Και ποιος μπορεί να μου πει τι έγινε η θαυμάσια αυτή «ράτσα» των πεπονιών;
Εδώ στην Αθήνα μάς κουβαλούν πεπόνια από τα τέσσερα σημεία της χώρας μας. Άνοστα, λιπασματομεγαλωμένα, άγλυκα και άγουρα. Κάπου - κάπου βρίσκεις και κανένα γλυκό. Μασκαμπάδες όμως …γιόκ!
Το περίεργο είναι, πως ούτε και στην Ζάκυνθο μπόρεσα τα τελευταία χρόνια να συναντήσω την ποικιλία αυτή.
Όπως δεν μπόρεσα να ξαναδοκιμάσω, ούτε στην Ζάκυνθο, τις ντόπιες πλεζονιές του νησιού μας.
Πλεζονιά — για νά εξηγούμαι στους... αμύητους — λέγαμε στην Ζάκυνθο το καρπούζι.
Γλυκές, κόκκινες και ζουμερές, «οι ντόπιες πλεζονιές» ήταν κυριολεκτικά νέκταρ τού Όλυμπου.
Κατά τα μέσα του Αύγουστου έφερναν με τά καΐκια και «μωραΐτικες». Τις πουλούσανε στη Στράτα Μαρίνα. ’Ηταν φθηνότερες, άλλα με πολύ κατώτερη ποιότητα από τις ντόπιες. Φυσικά, ψυγεία δεν υπήρχαν. Ακόμη και ο πάγος ήταν, όχι σπάνιος, αλλά απρόσιτος.
Παγοποιείο δεν υπήρχε. Έφερναν από «απέναντι» για τα ζαχαροπλαστεία και για κανένα άρρωστο. Όσα σπίτια είχαν βρύση εγέμιζαν ένα τενεκέ φρέσκο νερό και έβαζαν μέσα την πλεζονιά για να... κρυώσει. Οι πιο τυχεροί, που είχαν πηγάδι, την κρεμούσαν με σχοινί μέσα σ’ ένα «σίγγλο» [κουβά] και την βουτούσαν στο πηγάδι. ’Εκεί εκρύωνε πραγματικά. Συνέβαινε όμως κάποτε να ξεφύγει από το δέσιμο... να πνιγεί στο πηγάδι και να ανεβάσουμε το «σίγγλο» αδειανό!
Τους σπόρους του καρπουζιού τους πετούσαμε. Δεν ξέρω πού και πώς επικρατούσε η γνώμη ότι προξενούν... πονοκέφαλο.
Με τούς σπόρους όμως του πεπονιού γινότανε πανδαισία. Τους καθαρίζανε από τα «άντερα». Τους πλένανε, τους στεγνώνανε στον ήλιο και τους «ξεσπειρίζανε» τα βράδυα, όχι μονάχα στις γειτονιές, στα μπαλκόνια, στις αυλές και στα πεζοδρόμια και στα μπαγκάκια της παραλίας, που απολάμβαναν άνετα τη δροσιά τους οι Ζακυνθινοί, αλλά και στου Ρουμαντζά και στο Καζίνο. Ήταν πραγματικά νοστιμώτατοι. Κάποιος μου έλεγε πως μ’ αυτούς έφτιαναν και σουμάδα.
Η ώρα περνούσε θαυμάσια. Κουβεντούλα, σποράκια και νερό. Ως που κόντευαν μεσάνυχτα και η συντροφιά έπαιρνε το δρόμο της επιστροφής.
Η νοσταλγία είναι κάτι το υποκειμενικό. Στον καθένα έχει και ξεχωριστή εκδήλωση. Σ’ εμένα σήμερα εκδηλώθηκε με την πλεζονιά στο πηγάδι με τους μασκαμπάδες και τους σπόρους του πεπονιού. Σε κάποιους, ασφαλώς, από τους αναγνώστες της στήλης μου, θα την μεταδώσω.
Καί άν δεν έχουν πια πηγάδι για να δοκιμάσουν το… πάγωμα της πλεζονιάς — αφού υπάρχει σήμερα το ψυγείο — ας «ξεσπειρίσουν» μερικούς σπόρους από πεπόνι αργείτικο!
* ΔΗΜ. Σ. ΚΟΡΙΑΤΟΠΟΥΛΟΣ, «Απ΄ ΄οσα θυμούμαι», ΑΘΗΝΑΙ 1968
[ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΟΡΙΑΤΟΠΟΥΛΟΣ(1899-1972). Δικηγόρος, που από το 1955 μέχρι το 1972 εξέδιδε στην Αθήνα την εφημερίδα «Ηχώ της Ζακύνθου»]

Πηγή: ο προσωπικός ιστότοπος του εκδότη Διον. Βίτσου

Κυριακή 16 Απριλίου 2023

ΚΕΡΚΥΡΑ ''ΜΕΓΑΛΟΒΔΟΜΑΔΟ ΚΑΙ ΛΑΜΠΡΗΑ'' *

 


Τη Μεγάλη Βδομάδα άντρες και γυναίκες όλοι πηγαίνανε στην εκκλησία. Από μέρες κανονίζανε το θέλημά τους και την ώρα που εσήμαινε η καμπάνα όλοι πλυμένοι, αλλαμένοι και καθαροί, με τις κάτασπρες μπόλιες οι γυναίκες και με τα καούκια στο χέρι οι άντρες, εμπαίνανε στην εκκλησία με πολύ μεγάλη κατάνυξη...

Κάνανε το σταυρό τους κυττάζοντας ψηλά με δέος...

...

Μέσα στην εκκλησιά τη Μ.Πέμπτη στα χωριά μας οι γυναίκες ακούγοντας τα δώδεκα Ευαγγέλια πλέκουνε με το κροσοβέλονο γαϊτάνι- τόσες ώρες -που το φοράνε μετά σα βραχιόνι στο χέρι για το μάτιασμα.

Με την πρώτη καμπάνα της εκκλησίας βάφανε τα κόκκινα αυγά, αιώνιο σύμβολο ανανέωσης της ζωής και της φύσης, με πέταλα παπαρούνας που κοπανίζανε με βαρζί ή με τ' αυγά τση Λαμπρηάς που ψάχνανε και βρίσκανε ''ενώρως τσι βρύνες και τσ' αποαποτηληές''. 

......

Τα τσέφλια από τα κόκκινα αυγά που καταναλώνανε στα σπίτια από το Πάσχα μέχρι την ημέρα της Αναλήψεως τα φυλάγανε και τα παραχώνανε στο χωράφι.

*αποσπάσματα από το βιβλίο της Νινέττας Λάσκαρι ''ΚΕΡΚΥΡΑ'' Γ' έκδοση

Δευτέρα 22 Αυγούστου 2022

ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ ΜΙΧΑΛΗ ΨΆΪΛΑ του Σταμάτη Κυριάκη*

 



«Πέθανε ο Μιχάλης»

-------------------------
Έτσι απλά .
Είδα στο κινητό κάτι αναπάντητες αλλά δεν έδωσα σημασία.
Με ειδοποίησαν από την «Ενημέρωση».
«Το μόνο σίγουρο στην ζωή είναι ο θάνατος» , λένε οι σοφοί .
Το περιμέναμε. Αλλά είναι άλλο να το περιμένεις και άλλο να συμβαίνει στα καλά καθούμενα ένα συνηθισμένο απόγευμα .
Με τον Μιχάλη Ψάϊλα ήμασταν μαζί τριάντα χρόνια.
Κάθε μέρα πλην Κυριακών και εορτών.
Αυτός είχε το ταπετσιέρικο και δίπλα εγώ το σιδεράδικο.
Πιο πολλές ώρες ήμασταν με τον Μιχάλη παρά με την γυναίκα μου.
Τόσο που το συζητούσαμε γελώντας να κάνουμε και ένα «σύμφωνο συμβίωσης» τώρα που είναι της μόδας.
Μεγάλη καρδιά ο Μιχάλης.
Μια μέρα έδωσε σε μια τσιγγάνα δύο μποτίλιες λάδι του ενάμιση λίτρου που του τόχε δώσει κάποιος φίλος.
Μας έμεινε λίγο σε ένα μικρό μπουκαλάκι για να βάζουμε στο ψωμί μας μαζί με κοκκινοπίπερο.
Την άλλη μέρα έλειπε και το μικρό μπουκαλάκι.
Έγινα έξαλλος. « Μα δεν έχει λίγο φιλότιμο;»
«Άστηνε ρε Σταμάτη, που ξέρεις τι ανάγκη έχει;»
Μεγάλη καρδιά ο Μιχάλης .
Όλοι ξέρουν την Κέρκυρα από το Κορφού Παλλάς , τα παλάτια, το Ποντικονήσι, την Μπέλα Βενέτσια.
Ο Μιχάλης ήταν ο άρχοντας της άλλης Κέρκυρας , της δικής μας.
Της βαθιάς λαϊκής Κέρκυρας .
Των ψαράδων της Κόντρα Φόσα.
Των μελισσοκόμων .
Της άγνωστης στους περιστασιακούς επισκέπτες .
Κάποτε με ερωτεύτηκε μια γειτόνισσα. Ερχόταν κάθε μέρα και ρωτούσε. Προσπαθούσα να την αποφύγω. Της έλεγα ότι είμαι παντρεμένος και διάφορες άλλες δικαιολογίες.
«Άσε μου λέει ο Μιχάλης θα το κανονίσω εγώ.»
Η γειτόνισσα δεν ξαναπέρασε.
«Ρε Μιχάλη εξαφανίστηκε!»
«Δε σούπα ότι θα το κανονίσω;»
«Τι της είπες δηλαδή;»
«Της είπα ότι είσαι ..πούστης»
Μεγάλη καρδιά ο Μιχάλης.
Ήταν Μαλτέζικης καταγωγής. Γεννήθηκε στην Μητρόπολη. Παιδί της μεταπολεμικής Κέρκυρας των ασύλληπτων, για την εποχή μας, στερήσεων.
Μου μίλαγε για την Ανουντσιάτα όταν ακόμα ήταν εκεί ο λάκκος από την βόμβα γεμάτος βρομόνερα.
Η συμμορία των παιδιών κάνανε τσουλήθρα και πέφτανε στο νερό.
Η πρώτη νεροτσουλήθρα.
Πρόλαβε και την «Κουλοχέρω».
Η Κουλοχέρω ήταν μια πόρνη των Αγίων Πατέρων με χρυσή καρδιά.
Πολλές οικογένειες επιβίωσαν στην κατοχή από την βοήθεια της Κουλοχέρως.
Τα μπουρδέλα στην Κέρκυρα στεγαζόταν πάντα δίπλα στις Εκκλησιές . Μάλλον για να μπορείς να αμαρτήσεις και να μην χάνεις χρόνο. Αμέσως μετά να πάς δίπλα να μετανοήσεις.
Μου μιλούσε πάντα με σεβασμό για την Κουλοχέρω.
Μεγάλη καρδιά ο Μιχάλης .
Το γήπεδο ποδοσφαίρου τότε ήταν η Λεμονιά.
Εκεί ανδρώθηκε ο Α.Ο Κέρκυρα.
Πήγα με τον Μιχάλη και μου έδειξε ακριβώς πώς ήταν τότε η μικρή πλατεία και που βρισκόταν ακριβώς τα τέρματα.
Έμενε τότε εκεί ένας χαφιές που ήθελε να κρατήσει πάση θυσία την παρθενιά της κόρης του και δεν την άφηνε να ξεμυτίσει.
Ρουφιάνευε όλο τον κόσμο.
Μισητός άνθρωπος.
Όταν ερχόταν οι Αμερικάνοι ναύτες ψάχνανε τα μπουρδέλα της Λεμονιάς.
Ρωτάγανε τα παιδιά που παίζανε στην πλατεία και τους δείχνανε το σπίτι του χαφιέ.
«Στηνόταν κάτι αραπάδες δύο μέτρα στην ουρά έξω από το σπίτι του χαφιέ και περίμεναν τη σειρά τους.
Χτύπαγαν την πόρτα και όταν έβγαινε ο χαφιές γινόταν χαμός» μου έλεγε ο Μιχάλης .
Εκεί σε αυτήν την πλατεία ιδρύθηκε ο ΑΟ Κέρκυρα και εκεί πρέπει να στηθεί η προτομή του Μιχάλη, ενός δικού μας ανθρώπου που σημάδεψε το ποδόσφαιρο.
Ο Μιχάλης έγινε ένας από του σπουδαιότερους ποδοσφαιριστές της Κέρκυρας .
Στο ταπετσιερικό του ήταν κορνιζαρισμένες όλες οι μεγάλες στιγμές και οι διακρίσεις μιας άγνωστης σε αρκετούς ιστορίας.
Η πρώτη αμοιβή του ποδοσφαιριστή τότε ήταν μια μοσχαρίσια μπριζόλα.
Μούλεγε με τι λαχτάρα περιμένανε αυτή την μπριζόλα.
Μια φορά πήγανε να παίξουν στο Αγρίνιο και βρήκανε τον Πουτσαντσίνι κρυμμένο σε μια βάρκα του φέρυ μποτ.
Τον έψαχνε στην Κέρκυρα ο πατέρας του με την αστυνομία. Τον δέσανε σε ένα κατάρτι και τον στείλανε πίσω.
Στο ταπετσιερικο του Μιχάλη ερχόταν μερικές φορές και η Ρένα Βλαχοπούλου. Καθόταν με το πλεχτό της σε μια καρέκλα και μας έλεγε ιστορίες από την ζωή της.
Δεν θέλω να αναφερθώ σήμερα στις φάρσες που οργανώναμε, όχι διότι η στιγμή δεν είναι κατάλληλη αλλά διότι η απώλεια μου ήρθε ξαφνικά και δεν τα έχω μαζεμένα.
Κάποια στιγμή υπόσχομαι να γράψω για την ζωή του Μιχάλη και της γενιάς του .
Του Μιχάλη , πλέον, δεν του χρειάζεται αλλά μας χρειάζεται εμάς και χρειάζεται και στους επόμενους.
*ο Σταμάτης Κυριάκης εκτός από συν/χος μεταλλεργάτης που αυτοπροσδιορίζεται, είναι λαογράφος λογοτέχνης

Πέμπτη 18 Αυγούστου 2022

Ο ΚΑΦΕΣ ΤΩΝ ΑΝΑΜΝΗΣΕΩΝ (ΘΙΑΚΙ) του Γιάννη Καραντζή*

 



Τακτοποιούσα τις προάλλες την αποθήκη του πατρικού μου σπιτιού και ανέσυρα στην επιφάνεια δυο παλιά απαραίτητα σύνεργα για την παρασκευή του ελληνικού καφέ, το καβουρδιστήρι και τον «μύλο» του καφέ.

Αυτά τα δύο πολύτιμα εργαλεία της παρασκευής του καφέ βρίσκονταν σε κάθε σπίτι εκείνης της εποχής, γιατί ελάχιστοι αγόραζαν αλεσμένο καφέ. Τον αγόραζαν πάντοτε σε σπόρους, τον καβούρδιζαν με το καβουρδιστήρι στη φωτιά του τζακιού και τον άλεθαν στη συνέχεια με τη χειροκίνητη μηχανή, τον «μύλο», σκορπίζοντας αυτήν τη χαρακτηριστική μυρωδιά στην ατμόσφαιρα του σπιτιού, η οποία παρέμενε για αρκετή ώρα.
Αυτή η χαρακτηριστική μυρωδιά του φρεσκοκαβουρδισμένου καφέ μόλις γινόταν αντιληπτή από δύο αξιαγάπητες γειτόνισσες, περασμένης τότε ηλικίας, κατέφθαναν για να απολαύσουν τον καφέ που παρασκεύαζε η μάνα μου. Κρατούσαν το φλιτζάνι με το πιατάκι ψηλά, στον μέσον περίπου του στήθους και ρουφούσαν τον καφέ γουλιά-γουλιά. «Να αγιάσουν τα χέρια σου, με τον υπέροχο καφέ που έφτιαξες», ψέλλιζαν καθώς απολάμβαναν τον καφέ τους που τον συνόδευαν με μια μικρή κόρα ψωμιού και συμπλήρωναν, «Βλέπεις εσύ δεν νοθεύεις τον καφέ με ρεβίθι, γι’ αυτό έχει αυτήν την υπέροχη γεύση».
Πέρασαν χρόνια από τότε και αυτά τα αξιοθαύμαστα εργαλεία του καφέ αποσύρθηκαν. Ο ελληνικός καφές αγοράζεται αλεσμένος, οι ποικιλίες του πλήθυναν και η απόλαυσή του γίνεται κατά το πλείστον στις καφετέριες που τις συναντάς σε κάθε γειτονιά.

*Θιακός δάσκαλος που υπηρέτησε από όλες τις θέσεις την εκπαίδευση, πρώην επίκουρος καθηγητής Παν. Πάτρας

Η ΣΤΑΦΙΔΑ ΠΟΥ ΛΙΑΖΕΤΑΙ ΣΤΟ ΤΖΑΝΤΕ

 



«Όση σταφίδα λιάζεται τον Αύγουστο στ'αλώνια,

τόσα βυζιά χαϊδεύονται τη νύχτα, κάτω από τα σεντόνια»


Από την ζακυνθινή καντάδα ''Βαρβαρούλα'' που ανέσυρε η τζαντιώτισσα Τίνα Σούλη

Κυριακή 29 Αυγούστου 2021

ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΣΠΙΤΙ ΣΤΟ ΛΙΒΑΔΙ ΤΟΥ ΡΟΠΑ του Σταμάτη Κυριάκη*




Χτές το βράδυ περπατώντας στα Κουρτελάτσα συνάντησα έναν πλανόδιο μικροπωλητή παυλόσουκων.
Ήρθε η εποχή τους.
Αλλού τα λένε «Φραγκόσυκα» και δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλή φρούτα .
Στην Κέρκυρα και στην Βόρεια Ιταλία είναι τόσο αγαπητά που τα λέμε χαϊδευτικά «φρεσκαμέντο» και τα πουλάνε στους δρόμους έναντι ενός ευρώ το κομμάτι (καθαρισμένα).
Για πολλούς αποτελεί μυστήριο η μεγάλη αγάπη των Κερκυραίων για τα παυλόσουκα.
Η αλήθεια είναι ότι όταν οι Ενετοί επιδότησαν την δενδροφύτευση της Κέρκυρας με ελαιόδεντρα είχαν θέσει ως όρο να φυτευτούν επίσης στα όρια του κάθε κτήματος και παυλοσουκιές.
Οι παυλοσουκιές χρησίμευαν ως αντιπυρική ζώνη πρωτίστως και δευτερεύοντος ως αγκαθωτός φράχτης με νόστιμα και ζουμερά φρούτα.
Το δε λάδι πρωτίστως χρησίμευε για την παραγωγή σαπουνιού (το μόνο απορρυπαντικό της εποχής εκείνης) , για τον φωτισμό των πόλεων και τέλος ως τροφή με μεγάλη θρεπτική αξία.
Σοφοί οι πρόγονοι μας αλλά θα μου πείτε, τι σχέση έχουν όλα αυτά με το μικρό σπίτι στο λιβάδι του Ρόπα.
Έλα ντέ!
Ο πλανόδιος μικροπωλητής παυλόσουκων στα Κουρτελάτσα μου έφερε στο μυαλό τον Φτύμιο και το μικρό σπίτι στο λιβάδι του Ρόπα.
Καταρχήν ο «Φτύμιος» είναι ο «Θύμιος» άλλων τουριστικών προορισμών η ο «Ευθύμιος» της νεοελληνικής λογοτεχνίας.
Λέμε «Φτύμιος» κατά τον ίδιο τρόπο που κακοποιούμε διάφορες λέξεις τόσο της Αγγλικής όσο και της Ελληνικής γλώσσας.
Τις μικρότερης έκτασης κακοποιήσεις τις κάνουμε στις (χιλιάδες) Ενετικής προέλευσης λέξεις.
Λέμε για παράδειγμα «πάρκι» , «μπλέ ελεκτρί», «σούπεμάρκε», «Μισοκομείο», «Αστενομία», «Θηριοειδής» .
Εν ολίγοις κόβουμε το άβολο τελικό σύμφωνο της Αγγλικής και παραμορφώνουμε τις δύσκολες ελληνικές λέξεις.
Η πιο άγρια κακοποίηση της Αγγλικής νομίζω γίνεται στην λέξη «Πιτσιρουρί».
Η λέξη αυτή υποδηλώνει ευστοχία. Πώς λέμε.. «τον πέτυχε στο δόξα πατρί.».
Στην Κερκυραϊκή , λοιπόν, θα πούμε «τον επίτυχε μες στο πιτσιρουρί».
Η λέξη προήλθε από ένα επιφώνημα των Άγγλων αλλά και των Κερκυραίων παικτών του Κρίκετ στην κάτω πλατεία κατά την διάρκεια του αγώνα που υποδήλωνε ευστοχία «pitch in the ring».
Ενιγουέϊ.
Ξεφύγαμε πάλι.
Ο Φτύμιος, λοιπόν, είναι γόνος μια πάμφτωχης πολυμελούς Κερκυραϊκής οικογένειας και έχει στην ιδιοκτησία του ένα μικρό σπίτι στο λιβάδι του Ρόπα.
Το «λιβάδι του Ρόπα» πήρε το όνομα του (μάλλον) από έναν άγριο θάμνο που υπάρχει άφθονος στην περιοχή και που στην αρχαία ελληνική γλώσσα λεγόταν «Ρώπαξ».
Το μυαλό του ανυποψίαστου μέσου Έλληνα αναγνώστη θα πάει σε κάποιο απέραντο κάμπο.
Το Λιβάδι του ρόπα ήταν ένα μικρό έλος που (ματαίως) αποξηράνθηκε από τους Άγγλους και μετατράπηκε σε μία μικρή επίπεδη μακρόστενη ακαλλιέργητη έκταση .
Η γενική λογική του μέσου Κερκυραίου είναι να δίνουμε μεγάλες διαστάσεις σε μικρά πράματα.
Ο «Γυάλινος πύργος» , για παράδειγμα , είναι μια πολυκατοικία τριών ορόφων και ενός ημιώροφου.
Η ψηλότερη κορφή του «Όρους» είναι εννιακόσια ογδόντα μέτρα (μαζί με την κεραία της ΕΡΤ).
Η «Εθνική Λευκίμμης» και η «Εθνική Παλαιοκαστρίτσας» είναι δύο καρόδρομοι που μπροστά τους η επαρχιακή οδός Φλώρινας –Πρεσπών είναι Ελβετία.
Ενώ το «διεθνές αεροδρόμιο του Καποδίστρια» έχει γίνει ο εφιάλτης των πιλότων ανά τον κόσμο.
Στην προσγείωση ο πιλότος θα πρέπει να περάσει ξυστά από το καμπαναριό της Βλαχέραινας για να σταματήσει λίγο πριν από το πάρκι του Λίντλ.
Πάλι ξεστράτισα.
Ο Φτύμιος , λοιπόν, μετά από συνεχείς επεκτάσεις μετέτρεψε το καλύβι που κλερονόμησε από τον πατέρα του σε «βίλλα» και έτσι έγινε ο πρώτος πιτόρος της Κέρκυρας με βίλλα στο λιβάδι του Ρόπα δίπλα από τον καταυλισμό των Ρομά.
Είχε δε και την άποψη ότι οι Ρομά θα πρέπει να μετεγκατασταθούν εί δυνατόν «εις το Κράτσαλο» μακριά από τα μάτια του πολιτισμένου κόσμου.
Ο δεύτερος καημός του ήταν να κόψει τσι τριτοκοσμικές παυλοσουκιές από τα όρια του κτήματός του και να φτιάξει έναν πέτρινο φράχτη με κολονάκια όπου στην κορυφή θα αναπαύονται γύψινα λιοντάρια για να προστατεύουν την περιουσία του Κόντε πιτόρου.
Μιας και τόφερε η κουβέντα , «Πιτόρος» είναι ο ζωγράφος στην Ενετική διάλεκτο αλλά εμείς το χρησιμοποιούμε και για τους ελαιοχρωματιστές ,λίγο ως ειρωνεία και λίγο ως καταξίωση.
Τις προάλλες τον συνάντησα στην Ανουντσιάτα. Φορούσε τα ρούχα της δουλειάς και ερχόταν από ένα σπίτι που έχει αναλάβει να βάψει.
Επηρεασμένος από τις πυρκαγιές ανά την Ελλάδα με κοίταξε με ανήσυχο μάτι.
«Θυμάσαι πρόπερσι που έπιασε η μεγάλη πυρκαγιά στο λιβάδι του Ρόπα;»
Η «Μεγάλη πυρκαγιά» ήταν τέσσερα στρέμματα καλαμιώνας, χόρτα και μερικά πουρνάρια .
«Σταμάτησε μπροστά στο σπίτι μου. Έβαλε το χέρι του ο Άγιος Σπυρίδωνας και δεν εκαήκαμε ζωντανοί».
Το κοιτάω στα μάτια με τρυφερότητα και του χαϊδεύω αργά την σκονισμένη του φαλάκρα.
«Ο Άγιος Σπυρίδωνας , Φτύμιο μου , ασχολείται με πανούκλες, χολέρες , λέπρες καθώς και με γεωστρατηγικά ζητήματα όπως το Ασέδιο των Κορυφών. Το σπίτι σου σώθηκε εξαιτίας της οικονομικής κρίσης.»
Με κοιτάει με απορία.
«Αν πηγαίνανε καλά οι δουλειές σου , αγόρι μου, θα έκοβες τσι παυλοσουκιές και η στιά θα έμπαινε στο σπίτι.

*Κορφιάτης ακτιβιστής

Παρασκευή 20 Αυγούστου 2021

ΟΙ ΖΑΚΥΝΘΙΝΟΙ ΚΑΙ Η ΚΑΜΗΛΑ

 


Τις πρώτες ηµέρες του Ιουλίου του 1822 ο ∆ράµαλης πασάς µε την πολυπληθή στρατιά του εισέβαλε στο Μοριά. Για τις µεταφορές του άφθονου πολεµικού υλικού και των ζωοτροφών υπήρχαν τριάντα χιλιάδες µουλάρια και πεντακόσιες καµήλες, «άγνωστα» ζωντανά στους αταξίδευτους ρωµιούς. Τα συµπαθή µεγαλόσωµα θηλαστικά της ερήµου βρέθηκαν πολλές φορές ανυπεράσπιστα στο πεδίο της µάχης.

 Στις 28 Ιουλίου στο στενό του Αγιονορίου ο Νικηταράς εκτός από τους Τούρκους έβαλε στο σηµάδι και µια «άτυχη» καµήλα. Ο πολέµαρχος πυροβόλησε την καµήλα αντιλαµβανόµενος ότι ήταν φορτωµένη µε πυρίτιδα. Ο εκκωφαντικός θόρυβος της έκρηξης προκάλεσε πανικό στους Τούρκους. Άνθρωποι και ζώα έτρεχαν για να σωθούν, να βγουν το ταχύτερο από τη χαράδρα του θανάτου. Λάφυρα παντός είδους έπεσαν στα χέρια των Ελλήνων στο τέλος της µάχης. Ύστερα κι απ’ αυτό, η «φοβερή» στρατιά του ∆ράµαλη είχε νικηθεί στα στενά των ∆ερβενακίων.

 Ένα τεράστιο καραβάνι αποτελούµενο από 1236 υποζύγια (1200 µουλάρια και 36 καµήλες), οκτακόσια αραβικά άλογα και διακόσιους Τούρκους αιχµαλώτους πήρε το δρόµο για την Τριπολιτσά. Από εκεί οι επαναστάτες για να κάνουν γνωστή την «νίλα του ∆ράµαλη» στους άλλους Έλληνες έστειλαν λάφυρα παντού.

 Έστειλαν και στη Ζάκυνθο από το Μοριά χάρισµα µια καµήλα, λάφυρο από την καταστροφή του ∆ράµαλη. Μαζεύτηκε ο κόσµος στο λιµάνι για να δει τι ζωντανό ήταν εκείνο. Τέτοια θέαση δεν πρέπει να έτυχε άλλη καµήλα σε ολάκερη την πλάση. 

Ρώτησαν τότε οι Ζακυνθινοί έναν πολύξερο, µορφωµένο συµπατριώτη τους να τους πει τι ζώο είναι. Αυτός, αφού λίγο σκέφτηκε, είπε µε βεβαιότητα: «Είναι χίλιω χρονώνε λαγός»!

 * Ο Κυριάκος Σκιαθάς είναι εκπαιδευτικός αναλυτής - συγγραφέας

Δημοσιεύτηκε στην πατρινή εφημερίδα «Πελοπόννησος» 20/8/2021

Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2019

ΟΙ ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ ΤΩΝ ΕΠΤΑΝΗΣΙΩΝ της Κατερίνας Αλυσανδράτου

Από τα διάφορα πιστοποιητικά θανάτου στα Επτάνησα την εποχή της Ενετοκρατίας οι ασθένειες αναφέρονται με ιταλικούς όρους, που αποδίδονται, αλλά και με λαϊκές εκφράσεις. 
στολή προστασίας των γιατρών που θεράπευαν την πανούκλα από τον 14ο μέχρι και τον 17ο αιώνα

Σ΄ αυτά τα πιστοποιητικά θανάτου εκτός από τη θέρμη κοντίνουα, που ήταν η συχνότερη αιτία θανάτου, αναφέρονται και άλλες αρρώστιες με τις εξής ονομασίες:
 δρόπικα ή υδροπίζια (idropisia, υδροπικία), θερμή μαλίγνια (maligna = κακοήθης), ή ακούτα (acuta = οξεία), φαούσα ( φαγέδαινα = έλκος που κατατρώγει τις σάρκες). Έχει μείνει και η κατάρα στα Επτάνησα (φάουσα να σε φάει). 
Αναφέρεται ακόμα στις αιτίες θανάτου ότι “ο δείνα απέτυχε της παρούσας ζωής”, ή για τις γυναίκες ότι πέθαναν στο “γέννημα” (το παιδί) ή από “ανάγκη της λεχονιάς” ή από “γκαστρία” ή “εμπόδιον της γέννας” ή από κανκάρενα (cancrena = γάγγραινα). 
Αναφέρονται ακόμη το απόστεμα, το φλούσο (flusso) λατινικά: fluxus di sangue, δηλαδή αιμοραγία, λυσοντερία (δυσεντερία) ή ορθόπνοια, ή πλευρίτιδα, πούντα (punta) γερό κρύωμα (p. de petto = πλευρίτιδα), πόνος υποχοντρικός, βόλβολου (volvolo = ειλεός), υποκοντρία.

Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2019

ΤΑ ΖΑΚΥΝΘΙΝΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ επιμέλεια Κατερίνα Αλυσανδράτου

Την παραμονή των Θεοφανείων στολίζουμε τα εικονίσματά μας με πικρονέρατζα (πικρά πορτοκάλια) και περνάει ο παπάς και μας Αγιάζει τα εικονίσματα και το σπίτι.
Την άλλη μέρα, τα Θεοφάνεια, πάμε όλοι στην εκκλησία με φούντες πορτοκάλια. Τα αφήνουμε πάνω στο πάρκο. Στην λειτουργία ο πάπας, κάνει τον Αγιασμό, βαφτίζει τα πορτοκάλια και αγιάζει τους ανθρώπους, ραντίζοντάς τους με Αγιασμό.
 Μετά από τη λειτουργία βουτάμε τα πορτοκάλια μέσα στον Αγιασμό, τα αγιάζουμε και τα παίρνουμε σπίτι μας μαζί με λίγο αγιασμό που βάζουμε στα μπουκάλια ή στα ποτήρια που έχουμε φέρει μαζί μας .

Μητροπολίτης Ζακύνθου
Διονύσιος


Το μεσημέρι ο Δεσπότης παίρνει το σταυρό και μαζί με τους παπάδες, τους ψαλτάδες και την μουσική κατεβαίνει στο λιμάνι όπου αγιάζει τα νερά. Μερικοί άνθρωποι βουτάνε τα μαντίλια τους στη θάλασσα και πλένουνε τα μάτια τους.
Μετά γυρίζουμε όλοι στα σπίτια μας όπου μας περιμένει η αλιάδα μαζί βέβαια με τα ψάρια και το μπακαλάο. 
Σπουδαία λεπτομέρεια.
 Την παραμονή χρησιμοποιούμε πικρά πορτοκάλια και των Θεοφανείων γλυκά. Αυτό συμβολίζει ότι όπως αλλάζουν τα πορτοκάλια έτσι αλλάζει και η ζωή μας μετά τη βάπτιση.

ΤΟ ΠΑΡΚΟ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ επιμέλεια Δημήτρια Φωκά

Πρωτότυπο ήταν το πάρκο των Φώτων που έφτιαχνε ο παπά Γιάννης ο Κόμης στα Μαυράτα στον Ελιό.
 Εκείνος έστηνε στενόμακρες στοές από πρασινάδα-κουμαριές φοίνικες και μυρσίνες-που ξεκινούσαν 
από τις δυο πόρτες του ιερού και έφταναν με ορθές γωνίες ως το κέντρο της εκκλησιάς που βρισκόταν το πάρκο, πολυτελέστατο ,πνιγμένο από κυπαρίσσια, φοίνικες και μυρτιές.
Κι απο ψηλά ,από τη σκάλα ,κατέβαινε ένας σωλήνας που ξεκινούσε από μια βαρέλα τοποθετημένη εκεί πάνω. 
Το νερό της βαρέλας διοχετεύονταν στα δοχεία του πάρκου με 3 κρουνούς. Όταν έφτανε ο παπα Κόμης στη φράση "Αντλήσατε ύδωρ μετ’ευφροσυνης εκ των πηγών του σωτηρίου", άνοιγε με τα χρυσοντυμένα χέρια του τις 3 στρόφιγγες και το νερό ξεπετιόταν κελαριστό.
Κι όταν έρχονταν η ώρα του '' Εν Ιορδάνη'' , ψάλλοντας "το Πνεύμα εν ειδει περιστεράς "έπαιρνε και άνοιγε ένα ξύλινο γυαλιστερό κουτί κι άφηνε να φύγει προς το ταμούζο της εκκλησιάς ένα ολόλευκο περιστέρι.!!!!
η φωτο είναι δείχνει τον Μητροπολίτη Δημήτριο 8/8/17

- Η περιγραφή από το βιβλίο « Κεφαλλονίτικη λατρεία » του Δημ.Λουκάτου 1946

ΟΙ ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ ΤΣΗ ΛΕΥΚΑΔΑΣ

Οι καλικάντζαρ΄(οι) ή τα παγανά όπως και λέμε στο τόπο μας γυρίζνε (γυρίζουν) απ΄ τα Χριστούγεννα μέχρι του Φωτώνε (Φώτων). Οι μαννάδες εφλάανε τα αβάφτιστα και εν γένει τα μικρά. Τσ΄ βάνανε σταυρούς και φυλακτά κι εικόνες στα μαξιλάρια τσ απ΄ κάτ΄(ω) και εκαίανε (έκαιγαν) λιβάν΄(ι). Μόλις σουρούπωνε δεν αφήνανε ανοιχτή τη πόρτα, αλλ΄ αμέσως τη κλειούανε (έκλειναν) γιατί σκιαζόντανε μη μπούνε μέσα τα παγανά.

Αν τύχαινε να μπη κανένας στο σπίτ(ι) που ΄ρχόντανε απέξω αμέσως παίρνανε ένα δαυλί αναμμένο και ρίχνανε σπίθες μπροστά στη πόρτα «Να φύβγη το κακό» που μπήκε στο σπίτ(ι). Επιστεύανε ακόμη, πως τα μεσάνυχτα κατεβαίνανε απ΄ το μπουχαρί (καπνοδόχο) στο σπίτι. Γι΄ αυτό η νοικοκυρά πίθωνε (έκρυβε) όλα τα φαγιά, και το ψωμί καλά μη το μαγαρίσνε τα παγανά. Οι αλαφροΐσκιωτοι που τσ΄ βλέπανε, τσ΄ βλέπανε ψλούς (ψηλούς) με ουρά, κουτσούς και με γένεια σα τραγιά.
Γράψε κι ένα περιστατικό τόπαθε ένας χωριανός μας με τσ΄ καλικάντζαρους.
Ήτανε γείτονάς μας, αλλ΄ σύ δεν είχες γεννηθή ακόμη δεν τον εγνώρισες. Αυτός έκανε το ψάλτη στη Χώρα. Συγκοινωνίες δεν ήτανε ΄κειό το καιρό. Ο ψάλτης αυτός επήενε από βραδίς το Σάββατο για το ΄σπερνό (εσπερινό). Τέσσερες ώρες κοντά (περίπου) πορεία, και καθόντανε και για τη Κυριακή στη λειτουργία.Ένα Σάββατο δεν μπόρεσε να πάη κι αποφάσισε να σηκωθή τη νύχτα να πάη στη χώρα για να προκάμ΄(η) (προλάβη) τον όρθρο. Ρολόγια δεν είχαμε ΄κειο το καιρό, όπως είπαμε, κι ο κόσμος εξύπναε με το λάλημα του κοκοτού. Ο πρώτος κοκοτός ελάληγε στις δύο (2) η ώρα τα μεσάνυχτα. Στις τρεις (3) η ώρα ελάληγε ο δεύτερος ο κοκοτός και στη συνέχεια. Υπήρχανε όμως και βολές (περιπτώσεις) εξαιρετικά βέβαια, που ο κοκοτός ελάληγε το απόδειπνο. Έτσι τούρθε να λαλήσ(η) και ΄κεινη τη νύχτα, μοιάζει νάτανε για την αλλαγή του καιρού. Ο άνθρωπος αυτός ενόμισε ότι ήτανε η κανονική ώρα, εντύθηκε κι έφυγε.
Σαν επερβάτησε νιαν (μίαν) ώρα περίπου, αγνάντεψε σ΄ απόστασ΄(η) 100 μέτρα κοντά ένα χωροφύλακα που περβάταγε (περπατούσε) πολύ σιγά. Αυτός εθάρρεψε αμέσως πως θα νέχη συντροφιά και τάχυνε το περβάτημά τ΄(ου) να τόνε προλάβη. Αλλά τον χωροφύλακα ούτε τον έφθανε ούτε κι αυτός απομακρυνόντανε. Όταν περβάτησε πολύ απόσταση έφτασε σε νια (μία) ρεμματιά. Εκεί το λέανε (ονομάζετο η περιοχή, η τοποθεσία) Δύο Χάροι. Εκεί ήτανε πολλά πλατάνια και στο ρέμα υπήρχε και νια (μιά) βρύσ΄(η). Τότενες βλέπη το χωροφύλακα πόρχεται και κάθεται απά (επάνω) στη βρύσ΄(η). Μόλις τον επλησίασε ο χωριανός μας το χωροφύλακα (που δεν ήταν άλλος από καλλικάντζαρο) τούπε. Βλέπ΄ς (βλέπεις) που σ΄ έφτασα κι ας μη με καρτέργες (περίμενες).
Αμέσως αυτός εξαφανίστηκε και βρόντο και κάτω στο νερό της βρύσης παρουσιαστήκανε πέντε – εξ γουρούνια. Εκυλιόντανε μέσα στο νερό και μουγκρίζανε. Αυτός αρχίνησε να τρέμη, να προσεύχεται και να παρακαλιέται.
Ξεκίνησε από ΄κείθε σέρνοντας γιατί δεν τον εβαστάγανε (εκρατούσαν) τα ποδάριατ΄(ου). Έφθασε στη Χώρα μέρα πλατιά. Η απόσταση δεν ήτανε παραπάνω από νια (μία) ώρα. Όταν εμπήκε στην εκκλησά λιγοθύμισε (λιποθύμισε). Κι όταν τον αναφέρανε (συνέφεραν) με διάφορα ρεμέντια τους διηγήθηκε όλη του την περιπέτεια. Του κάμανε διαβάσματα αλλά σε λίγες μέρες πέθανε.
Γράψε πως η θέσ΄(η) Δύο Χάρ΄(οι) βρίσκεται ακριβώς στη περιφέρεια Καβάλλου (χωρίου της Λευκάδος του δήμου Σφακιωτών) και Σπανοχωρίου (επίσης χωρίου της Λευκάδος του δήμου Σφακιωτών).
Πληροφοριοδότης: Τιμολέων Βερύκιος, Γραμματικές γνώσεις Απόφοιτος 4ταξίου Δημοτικού, Ετών 72.
Συντάκτρια: Βερυκίου Σταυρούλα του Χρήστου, Άμεσος λαογραφική συλλογή εκ του Χωρίου Δρυμώνος του Νομού Λευκάδος, Χρόνος συλλογής Πάσχα ΄69, Πανεπιστημιακόν έτος 1968-1969.
Πηγή: Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2018

ΚΑΛΗ ΑΠΟΚΟΠΗ Η ΚΕΦΑΛΟΝΙΤΙΚΗ ΕΥΧΗ της Δημ.Φωκά

Με πήρε τηλέφωνο πριν λίγο ένας αγαπημένος φίλος.
Δεν πρόλαβα να του πω καλή χρονιά και με μάλωσε γλυκά.
"Καλή αποκοπή λέμε κυρά μου εμείς εδώ στην Κεφαλονιά από σήμερα και γράψτο, να μαθαίνουν οι νεότεροι. 
"Πόσο σοφή ευχή για να προετοιμάσεις τον ερχομό του νέου χρόνου .
Ας αποχωριστούμε με αγάπη τη χρονιά που πέρασε κι ας κρατήσουμε μόνο τα καλά που μας άφησε.
"Καλή αποκοπή να έχουμε λοιπόν καλοί μου φίλοι και φίλες από ότι μας πλήγωσε , μας στεναχώρησε,μας προβλημάτισε.
Καλή αποκοπή από αρνητικές σκέψεις, συμβιβασμούς και μοιρολατρεία .. Καλή αποκοπή από συνήθειες και συμπεριφορές που δεν μας εξελίσσουν προς το καλύτερο.Καλή αποκοπή απ'οτιδήποτε μας κρατά δέσμιους και μας κάνει δυστυχείς.
Ας απελευθερωθούμε κι ας ετοιμαστούμε να προϋπαντήσουμε τη νέα χρονιά δυνατοί κι αισιόδοξοι'' .



Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2018

ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΖΑΚΥΝΘΙΝΟ ΑΥΓΟΛΕΜΟΝΟ του Διον.Φλεμοτόμου


Στη Ζάκυνθο το χαρακτηριστικό φαγητό για την γιορτή του Χριστού (έτσι λέμε εμείς τα Χριστούγεννα) είναι το αυγολέμονο.
 Φτιάχνεται με τρία κρέατα: 
πουλερικό (συνήθως κότα), μοσχάρι και χοίριο (χοιρινό) και τόσα αυγά, όσα είναι τα πιάτα συν ένα. Επίσης απαιτείται μπόλικο λεμόνι και πρέπει να είναι πηχτό τόσο, όσο να στέκεται σε αυτό ορθό το κουτάλι. 
Πασπαλίζεται με ντόπιο τυρί και πιπέρι. 
Κανείς δεν τρώει μόνο ένα πιάτο !!!

ΚΕΦΑΛΟΝΙΤΙΚΟ ΕΘΙΜΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Η κουλούρα της γωνίας (της εστίας)

Ένα μάλλον ξεχασμένο έθιμο που για τελευταία φορά εμφανίστηκε σε χωριά της Λειβαθούς περί τα μέσα του 20ου αιώνα, είναι η κουλούρα της γωνίας. Πρόκειται για ένα έθιμο που έχει σχέση με την αρχαία λατρεία της Εστίας, όπως μας πληροφορεί ο Ηλίας Τσιτσέλης και είναι τόσο παλαιό, ώστε να τιμάται από Ρωμαίους και Έλληνες.
Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων μαζευόταν ολόκληρη η οικογένεια γύρω από τη φωτιά, την οποία είχαν ανάψει με τρία κούτσουρα (από ελιά για τη σοδειά του λαδιού, από αμπέλι για τη σοδειά του κρασιού και από σκίνο για να διώχνει τα δαιμονικά). 

Η μητέρα έφερνε μια στρογγυλή κουλούρα με σταφίδες, καρύδια και αμύγδαλα, η οποία πάνω είχε την Άγια σφράγιση και μέσα ένα νόμισμα. Στη συνέχεια την έπαιρνε ο πατέρας, τη χάραζε σε κομμάτια ένα για κάθε μέλος του σπιτιού και ύστερα την έπιαναν όλοι γύρω από τη φωτιά.
 Ο πατέρας ή ο γηραιότερος του σπιτιού έπαιρνε λάδι και κρασί και το έριχνε σταυρωτά στη φωτιά μέσα από το άνοιγμα της κουλούρας. Τότε έψαλλαν το “η γέννησή σου Χριστέ...” και την ίδια στιγμή ο κάθε ένας τραβούσε το κομμάτι του ψάχνοντας μήπως του έχει τύχει το νόμισμα (το έθιμο της βασιλόπιτας που επικρατεί σήμερα είναι ξενόφερτο και έχει αντικαταστήσει αυτό της Κουλούρας της γωνίας, μεταφέροντας παράλληλα την ημέρα διεξαγωγής του). 
Αφού έτρωγαν τα κομμάτια τους συνέχιζαν με νηστίσιμα, αλλά και τις παραδοσιακές Κεφαλονίτικες τηγανίτες.