Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 5 Οκτωβρίου 2017

Η ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑ ΤΟΥ ΠΛΟΥΤΟΥ του Διον. Σπύρου Μπούζου

Δημαρχείο Αργοστολιού (φωτό Δ.Σ.Μπούζου)
« Ξένε διαβάτη που περνάς τι θέλεις από μένα;

Εγώ είμαι κτίσμα ξακουστό, στον κόσμο μόνο ένα

με ξέρουν ούλοι στο νησί!!! για πες μας και για σένα.

Για μένα...; Για μένα τι να πω;

Εγώ είμαι ο ξένος, απ'εδώ, στον κόσμο ο κανένας

και αν τώρα σε θωρώ με φώτα πλουμισμένο...

συμπάθα με μα...το φεγγάρι ακολουθώ, να! αυτό εκεί...

που βρίσκεται ψηλά!!! και πάνω από εσένα »

Τρίτη 11 Ιουλίου 2017

ΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΜΑΘΡΑΚΙ του Γιάννη Κατέχη Τσέτσα

αρχείο Νίκου Κατέχη
Στο πιο μικρό Διαπόντιο τον έπιασε μεράκι,
σαν είχε κέφια ο Θεός κι' έφτιαξε το Μαθράκι.
Μάλλον θα του περίσσευαν ελιές και κυπαρίσσια,
κι 'όλα εκεί τα απόθεσε σαν όμορφα κορίτσια.
Από του
σπίτια με πέτρα στις πλαγιές, είναι ζωγραφισμένα.
Ψαράδες, άλλοι ναυτικοί, στα ξένα τριγυρνάνε,
που όμως την πατρίδα τους, ποτέ δεν την ξεχνάνε.
ς Άμμους στην Τραχιά, νερά ονειρεμένα,
Πήγα στο πανηγύρι τους και χόρεψα μαζί τους,
και με φιλέψανε κρασί, μέσα απο την ψυχή τους.
Είναι πολύ φιλόξενοι, περήφανοι νησιώτες,
Μα δεν σηκώνουν και πολλά, οι φίλοι Μαθρακιώτες.
Γυναίκες παντρευτήκανε, πολλοί απ' τα νησιά μας,
γιατί είναι όμορφες καλές και κλέβουν την καρδιά μας.
Όσοι δεν ήρθατε ποτέ, πάρτε το καραβάκι,
και ελάτε να σας δείξουμε, το μαγικό Μαθράκι.

Δευτέρα 10 Ιουλίου 2017

ΕΝΑΣ ΑΚΡΙΤΑΣ ΘΩΝΙΩΤΗΣ του Γιάννη Κατέχη Τσέτσα

Όποιος νομίζει πως μπορεί,ας έρθει, περιμένω,
εδώ σε τούτο το νησί, το απομακρυσμένο.
Αυτός ο τόπος δύσκολος, μα μ 'έχει ξετρελάνει,
όμορφος μα και δύσβατος, εμένα όμως μου κάνει.
Στης θάλασσας το άπειρο, στου Ιονίου τις πύλες,
οι λίγοι που απομείναμε, φυλάμε Θερμοπύλες.
Των προπατόρων κόκαλα εδώ έχω θαμμένα,
δεν θα τ 'αφήσω μοναχά, στη λίθη ξεχασμένα.
Ίσως και νά' χει μοναξιά, χειμώνα ,καλοκαίρι,
μα μου κρατάει συντροφιά, της Όστριας το αγέρι.
Τόπους πολλούς ταξίδεψα μα ήταν αδειανοί
στην αγκαλιά τους μ' έκλεισαν, για πάντα οι Οθωνοί.
Ποιο νά' ναι αλήθεια πιο όμορφο μες τον Παράδεισό μας,
νά' ναι το Ηλιοβασίλεμα, η Δάφνη, η το Χωριό μας ?
Ακρογιαλιές με βότσαλα, δάση και μονοπάτια
που δεν χορταίνουνε ποτέ, να τα κυτούν τα μάτια.
Απ' ώδε επεράσανε, Κουρσάροι και Ναΐτες,
όμως τους αποδιώξανε, μια χούφτα από Ακρίτες.
Δεν σκιάχτηκαν, δεν δόλιασαν, ποτέ τους οι Θονιώτες,
τους Πειρατές με τα σπαθιά και με τις μαύρες μπότες.
Άγγλοι, Φραντσέζοι, Αλγερινοί, Δόγηδες Βενετσιάνοι,
λίγο καιρό αντέξανε σε τούτο το λιμάνι.
Ήρθανε και Αγαρηνοί ,του Μπαρμπαρόσα ασκέρι,
στο Καλοδίκι επέσανε από Θονιώτη χέρι.
Απ' το Τριέστε Ερείκουσσα κι απ' το Ότραντο Μαθράκι,
σαν Οδυσσέας που χάθηκα και ψάχνω την Ιθάκη.
Και ύστερα εξεπρόβαλε στην άκρη απ' το πανί,
η αγάπη μου η ατέλειωτη, οι όμορφοι Οθωνοί.
Μα είχε καιρό ,ναυάγησα, σκιστήκαν τα πανιά μου,
κι η όμορφη νύμφη Καλυψώ ,έκλεψε την καρδιά μου.
Χρόνια επτά περάσανε και έμεινα χαμένος,
μες την σπηλιά της Μάγισσας, τρελός και μεθυσμένος.
Ίσως να φταίει η Καλυψώ ,ίσως και το Φεγγάρι
που δίνω στ'΄Αστρα ραντεβού ,τα βράδια στο Φανάρι.
Μα ακόμα δεν βαρέθηκα, λες κι' είμαι μαγεμένος,
μάλλον με τούτο το νησί , θα' μαι ερωτευμένος...

Δευτέρα 26 Ιουνίου 2017

ΕΡΩΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ του Μικέλη Άβλιχου

Η χθεσινή μαζί σου τσακομάρα μ' έκαμε τη ζωή να βαρεθώ και μού 'βαλε στο νου να σκοτωθώ για να τελειώσει η φαομάρα και δίχως φόβο και χωρίς τρομάρα άρπαξα το ξουράφι να σφαώ και τό 'χα να το χώσω στο λαιμό να φύγω από του κόσμου τη λαχτάρα μα δεν ηξεύρω πώς και τί και ποιό και αντί να κάμω τέτοια ανδραγαθία εβάρθηκα με μιας να ξουρισθώ και πέρασε και τούτη η τρικυμία! και αντί να με θρηνήσεις σκοτωμένονε θα 'ρθω να με φιλήσεις ξουρισμένονε!

-Επιμέλεια ανάρτησης : Καίτη Λυμούρη εκ Ζακύνθου

Δευτέρα 6 Μαρτίου 2017

Η ΕΛΛΗΝΙΔΑ ΜΗΤΕΡΑ Διονυσίου Σολωμού

...Μακρύς ο λάκκος π' άνοιξε
και κλει το γίγαντά μου...

απόσπασμα από το ποίημα του Διονυσίου Σολωμού,που όμως πρέπει να υπερτονιστεί ότι αποδόθηκε από το πρωτότυπο ιταλικό κείμενο στα μαγευτικά αυτά ελληνικά από τον Κερκυραίο Γεώργιο Καλοσγούρο

*να σημειώσουμε ακόμα ότι ο στίχος αυτός υπήρχε στην προμετωπίδα της εφημερίδας ''Αυγή'' στις αρχές της δεκαετίας του '50 και υποθέτω ότι υπονοούσε τον εκτελεσμένο Νίκο Μπελογιάννη

Πέμπτη 2 Μαρτίου 2017

ΕΥΘΡΥΠΤΑ της Δανάης Μυλωνάκη (Ζάκυνθος)

 Πέταλα
εύθρυπτα
 αναιμικά
σχεδόν νεκρά 
 μήτε ευωδιάζετε
μήτε φτουράτε πια
τριαντάφυλλά μου
Danaé
Αθήνα - Ιούλιος 2013

Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2017

ΕΙΣ ΜΕΓΙΣΤΑΝΑ του Διον.Σολωμού

Δώσμουτε άδεια να πατήσωτο παλάτι το χρυσό·κάποιον ήρθα ν’ απαντήσω –μέγα Γιώργο, προσκυνώ.
5Σπάθα πάντα στο πλευρό σουνα βαστάς, παρακαλώ,και σα να ’τανε δικός σουνα κοιτάς τον ουρανό.
Σε ζητούν Γραικοί και Ιγγλέζοι10σαν αθάνατο νερό,και το φως βαρεί και παίζειστο κορμί σου μοναχό.
Πέφτω, λέει καθένας, χάμουκαι τη φτέρνα σου φιλώ·15κλότσησέ με, βασιλιά μου,αν επιθυμάς να ζω.
σατυρικό ποίημα εναντίον του κόμητος Γεωργίου Κομούτου το 1849

Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2016

''Τὸ ἄγαλμα τοῦ Καποδίστρια'' του Γεράσιμου Μαρκορά (επιμέλεια ανάρτησης Νικ.Κουλούρης)


  • Γιατὶ χαρούμενη στὸν ἥλιο βγαίνει τοῦ ἐνδόξου Γέρου μας ἡ ἁγνὴ θωριά, ἐνῷ, ἀπὸ σύγνεφα περιζωμένη, ἡ Ἑλλάδα βρίσκεται σὲ κρύα νυχτιά;
    Ἂν λίθος ἔφτανε λαλιὰ νὰ βγάλῃ, θ’ ἀκούαμε σήμερα τοῦτος νὰ πῇ: Τὸ σκότος, πὤκρυψε τὰ θεῖα σου κάλλη, θὰ πέσῃ ἀνέλπιστα, θλιμμένη γῆ!
    Ὡς τώρα εφάνηκα, ποῦ ὁ τόπος θέλει νὰ μ’ ἔχῃ, ὡς ἤμουνα, στὰ μάτια ὀμπρός, μὲ βάση ἀκλόνητη, μὲ ἀκέρῃα μέλη, θὰ βγῇς, ὦ Ἑλλάδα μου, στοῦ ἡλίου τὸ φῶς. –
    Ναί, Μεγαλόψυχε, δὲ θὰ πεθάνῃ μ’ ἐλπίδαις ἄκαρπαις ἡ ἀθλία ποτέ, πὤχει στὸ μέτωπο λαμπρὸ στεφάνι, πὤχει στὴ μνήμη της τέκνα ὡς ἐσέ,
    Ἂν ὁλοφάνερα κάτου σὲ φέρῃ ἐδὼ στὴ μέση μας τέτοια γιορτή, βάλε στὸ στῆθος σου γοργὰ ἕνα χέρι, νὰ μὴν ξανοίξωμε κἀμμία πληγή.
    Μεγάλη δέιχνοντας ἀγάπης φλόγα, ποῦ ἐπῆρε δύναμη στὸν οὐρανό, μὲ τ’ ἄλλο χέρι σου τὸν κόσμο εὐλόγα, ἐνῷ χαρούμενος δακρύζει ἐδῶ.
    Θὰ ἰδῇς νὰ πέσουνε στ’ ἀνήλια βάθη, μόλις τὴν ἅγια σου πάρουν πνοή, ζήλειαις φιλόδοξαις, διχόνιαις, πάθη, ποῦ τόσο ἐμάραναν κάθε ψυχή.
    Γυρνῶντας πρόθυμα τὰ μάτια πέρα, θὰ ἰδῇς καὶ γέρονταις, καὶ ἀθῷα παιδιά, ποῦ, γιὰ τὸ μνῆμα σου, στὴν Πλατυτέρα στεφάνια πράσινα φέρνουν πολλά.
    Ἐλπίδα μέσα μας θὰ ἰδῇς νὰ γύρῃ, σὰν τ’ ἀλαφρόνερο δροσιστικιά, ὁποῦ συχνότατα στὸ μοναστῆρι μᾶς γλυκοπότισε τὰ σωθικά.
    Πόθοι ἀνεξάκουστοι! Μᾶς ἀγναντεύεις, καὶ μένεις ἥσυχα στοὺς οὐρανούς· ἐδῶ σὲ κράζομε, καὶ δὲ σαλεύεις, μ’ ὅλο ποῦ χαίρεσαι νὰ μᾶς ἀκοῦς.
    Τῆς γῆς τὸ κάλεσμα ψηλὰ σὲ βρίσκει, ὅπου ἀναρίθμητοι μεγάλοι ζοῦν· ὅπου οἱ Κανάρηδες κ’ οἱ Καραΐσκοι, μὲ σέβας ἄφωνο, σὲ τριγυρνοῦν.
    Δεήσου, ἀθάνατε, θερμὰ δεήσου γιὰ τὴν Ἑλλάδα μας τὴν ἀκριβή· ἀς κάμῃ ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς σου μέραις καλήτεραις ἡ ἀθλία νὰ ἰδῇ!
    Μεῖνε στὸν κόσμο σου! Δὲ στέργει ὁ Χάρος ν’ ἀφήσῃ ἐλεύθερη κἀμμία ψυχή· μεῖνε! –στὰ στήθια μας νὰ δώσῃ θάρρος. Φτάνει τὸ μάρμαρο ποῦ ἐστήθη ἐκεῖ!

Τρίτη 17 Μαΐου 2016

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΜΑΡΤΖΩΚΗΣ Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Φυλλομετρώ και βρίσκω
Μαθαίνω νέα πρόσωπα,είναι ατέλειωτα,ψηφίδες όλοι τους...στον Επτανησιακό πολιτισμό...
Αυτόν τον πολιτισμό που θέλουμε να γίνει κτήμα όχι μόνο των Ιονίων πολιτών , αλλά όλων των Ελλήνων.
Εναν πολιτισμό φάρο...που θάναι σαν τους φάρους των νησιών μας και όχι σαν λάμπα μπρούτζινη και καλογυαλισμένη,αλλά κλεισμένη σε ανήλιαγα φιλολογικά σαλόνια των Κορφών που αγγίζουν λίγους.
Εμείς θέλουμε αέρα,φως, θέλουμε γνώση για τους πολλούς...
Εμείς πρεσβεύουμε στην Επτάνησο Πολιτεία το δόγμα της ''καθ' ημάς Δύσης'' και εμπλουτίζουμε τις γνώσεις μας. 
Βρίσκουμε λοιπόν σήμερα τον τελευταίο ποιητή της Επτανησιακής Σχολής
τον Στέφανο Μαρτζώκη.
Γεννήθηκε στην Ζάκυνθο στις 22 Φεβρουαρίου του 1855 με πατέρα τον ιταλό Λουδοβίκο Μρατζώκη,λόγιο,νομικό και καθηγητή από την Μπολώνια,απ'όπου για πολιτικούς λόγους είχε φύγει και είχε βρει καταφύγιο στο Τζάντε και με μητέρα την Μαρίνα Μεσσαλά.
Μετά τις βασικές σπουδές στο νησί του,συνέχισε στο Παρίσι. Τα πρώτα ποιήματά του τα έγραψε στα ιταλικά. Το 1897 μετά από έναν άτυχο γάμο που του έδωσε δύο παιδιά,αφήνει την Ζάκυνθο και εγκαθίσταται στην Αθήνα. Συχνάζει στο καφενείο του επτανήσιου Μαυροκέφαλου,γωνία Σταδίου και Εμ.Μπενάκη όπου συναντιώνται οι Παλαμάς,Αθως Ρωμάνος...
Τα ποιήματά του έχουν επιρροές από Βαλαωρίτη,Σολωμό,Κάλβο,Φώσκολο... Μυρίζουν Ιόνια...
Ο Κωστής Παλαμάς τα χαρακτηρίζει σαν ''φιλοσοφική ποίηση''
Πέθανε στην πρωτεύουσα στις 21 Φεβρουαρίου 1913, ένας βιολογικός κύκλος ακριβώς 58 χρόνων!
Θα κλείσουμε το αφιέρωμα με τους στοίχους του ποιήματος ''Εις κόρην'' που μελοποίησε ο Θεμ.Πολυκράτης το 1892 με τον τίτλο ''είναι στιγμές'' και αποτελεί μια από τσι ωραιότερες μπαλάντες.

Είναι στιγμές που ο δύστυχος τρελλαίνομαι για σένα

και γέρνοντας στον ώμο σου,αισθάνομαι πως ζω
είναι στιγμές που ακίνητος με μάτια δακρυσμένα
για μιά ματιά σου θάδινα και κόσμο και ουρανό



Σάββατο 9 Απριλίου 2016

ΚΟΙΤΑΞΕΣ ΔΙΠΛΑ ΣΟΥ; του Δημήτρη Ε. Σολδάτου (Λευκάδα)

ο τίτλος του ποιήματος είναι της Επτανήσου Πολιτείας,ποιητική αδεία
Από παιδί, το άπιαστο ζητούσα για να πιάσω.
Ήταν γραφτό, απ’ τ’ ανύπαρκτο το υπαρκτό να χάσω!

Δ.Ε.Σ.

Πέμπτη 7 Απριλίου 2016

ΠΕΤΡΕΣ της Δανάης Μυλωνάκη εκ Ζακύνθου

Πέτρες χλιές
από αιώνων ήλιο
σκέτες πια πέτρες 
χωρίς σχήμα
χρώμα, λόγο
να επισείουν
οι Γότθοι οι Δυτικοί
κινδύνους παγωμένους
κι αυτές εκεί
να μένουν
περιμένουν
με τους φαιά φέροντες
και τον Αλάριχο
απέναντι
Danaé
Αθήνα 7/4/2016
έργο του Σωτήρη Σόρογκα

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2015

''ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΔΗΘΕΝ ΓΚΟΜΕΝΟΥΣ'' του Νικολάου Κουτούζη

''Είναι πολλά αρχοντόπουλα
που σειούνται και λυγιούνται
Στα φανερά ντονιάρουνε
και στα κρυφά γαμιούνται''

ντονιάρω:κάνω κόρτε (καμάκι)

Σατυρικό τετράστιχο του Νικολάου Κουτούζη (Ζάκυνθος 1741 - Ζάκυνθος 1813)
Νικόλαος Κουτούζης

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2015

ΞΕΡΩ ΕΝΑ ΝΕΟ...επιμέλεια Γεράσιμος Ιακωβάτος Τυπάλδος

«Ξέρω ένα νέο που οι φίλοι του ηλίθιο τον νομίζουν 


γιατί για πράγματα πολύ περίεργα μιλάει 


κι όσες φορές πασχίζουνε να τόνε συμβουλεύσουν 


κοιτά με περιφρόνηση και θλιβερά γελάει…»


ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014

Η ΛΥΚΑΙΝΑ του Δημ.Σολδάτου


– Ανάθεμά σε, Λύκαινα!
Το γάλα που σε γλύκαινα
ας γίνονταν φαρμάκι
να το ’πινες να γλύτωνα
παρά τέτοιο σαράκι
που μου ’χει φάει την καρδιά!
Κάλλιο να βύζαινα οχιές
στα στήθια μου κι όχι παιδιά!
Μετά από τέτοιες προστυχιές,
δεν θα τολμάω τον γείτονα
ούτε να χαιρετήσω.
Ανάθεμά σε, Λύκαινα!
Γιατί να σε γεννήσω;
– Μάνα, τι φταίω που αμάρτησα;
Μου έριξε στον δρόμο
η τύχη μου κι αγάπησα
τον νιο τον ταχυδρόμο.
Μας είδε ο άντρας μου μαζί
και σκότωσε τον εραστή
την ώρα που ’χε το βυζί
σαν το μωρό στο στόμα του!
Μετά έριξε το πτώμα του
μες στο βαθύ πηγάδι.
Και το νερό, που λάδι
ήταν, αναταράχτηκε
σαν να με καταράστηκε!
Το ύστερό του βλέμμα
απ’ το νερό σκεπάστηκε
κι έπλεε πάνω το αίμα
κόκκινο, φρέσκο και ζεστό…
Μάνα μου, όμορφη πολύ
μ’ έκανες για να κολαστώ!
«Μόνο για ένα σου φιλί,
μία ζωή θα έδινα»
μου είπε ο ταχυδρόμος.
Του ’δωσα δύο, κι έγινα
του κάτω κόσμου ο δρόμος!
Ανάθεμα στην ομορφιά,
που πυρωμένα είχε καρφιά.
Ανάθεμα στα νιάτα,
που αναμμένα κάρβουνα
μου στρώνανε στην στράτα!
Ανάθεμα στα χρόνια μου,
στις γάμπες, στα λαγόνια μου,
στα στήθια μου τ’ αφράτα!
Κάλλιο από χιόνι να ’μουνα
κι από γυαλί να σπάσω!
Και τα μαλλιά μου τα πυκνά
να ήταν μεταξοκλωνά
τα βλέφαρα να ράψω
στα μάτια του τα καστανά!
Μάνα, ο σκύλος αλυχτά,
ο γκιώνης κελαηδεί φριχτά
και σκούζει η κουκουβάγια,
το στριγκλοπούλι τραγουδεί
πένθιμα πάνω στο κλαδί
κι αντιλαλεί στα πλάγια!
Μάνα, θολώσαν οι πηγές
και πάγωσε το ρέμα…
Τον είδα στ’ όνειρό μου εψές
και μου ’πε: «Αν διψάσεις, πιες
απ’ το δικό μου αίμα!».
Μ’ αγγίζει ο άντρας μου ξανά
και το καντήλι τρέμει
σαν μια ψυχούλα που πονά!
Έξω θρηνούν οι ανέμοι
με την φωνή του στα βουνά:
«Η αγάπη φεύγει και περνά…
Η αγάπη φεύγει και περνά…»
Μάνα μου, θα γεράσω
μα δεν θα τον ξεχάσω…
Η ιστορία ξεχάστηκε…
Σκεπάστηκε το πράμα.
Το λίγο εδώ που γράφτηκε,
μοιάζει σαν να διαβάστηκε
κρυφά ανοιγμένο γράμμα!
Δ. Ε. Σολδάτος
«Καφέ Ρετρό» (επανέκδοση συμπληρωμένη)
Βιβλιοπωλείον Τσιρίμπαση, 2014

Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2014

ΥΜΝΟΣ ΣΤΗΝ ΕΠΤΑΝΗΣΟ ΠΟΛΙΤΕΙΑ του Σπ.Τσιώλη

Εφτά αδέλφια σε μια αγκαλιά
σε μια δαντελένια ακρογιαλιά,
τα βύζαξε η νεράιδα
και σαν του δένδρου τα κλαδιά
με μια ψυχή με μια καρδιά
απλώθηκαν στην Ελλάδα.
Φύσηξε αγέρα τα πανιά
στην ένδοξη Κεφαλονιά
αποβραδίς να φθάσω
και στης Ιθάκης το γιαλό
με τον ποιητή το τυφλό
λίγο να κουβεντιάσω.
Ύστερα να τραβήξω κουπί
για τη Λευκάδα τη φαεινή
δύο σταυραετών λημέρια.
Και πριν χαράξει η αυγή
στων ευκλεών ανδρών τη γ
τα Κύθηρα να πλεύσω.
Και στων Παξών την αμμουδιά
Μια φεγγαρόλουστη βραδιά
κοχύλια να μαζέψω.
Στη Ζάκυνθο και την Κορφού
νησιά πνεύματος και πολιτισμού
θ’ αράξω τελευταία
να γονατίσω με σεβασμό
μπρος στο Διονύσιο Σολωμό
το θνήσκοντα Αχιλλέα.
Πανέμορφα τα εφτά νησιά
με ασπρογάλαζη φορεσιά
τα πέλαγα αγναντεύουν,
κι’ οι μούσες έρχονται απ’ τα βουνά
και στα κρυστάλλινα νερά
τραγουδούν και χορεύουν.

Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2014

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ του Παναγιώτη Τζαννετάτου (Κεφαλονιά)

Νυχτώνει νωρίς ο έρωτας. 
Όταν οι άνθρωποι δεν θα κοιτάζονται στα μάτια…
Εγώ θα περιμένω τα μάτια σου.
Όταν οι άνθρωποι δεν αγγίζονται πια…
Εγώ θα περιμένω το άγγιγμα σου.
Όταν τα σώματα θα βρίσκονται σε απόσταση…
Εγώ θα περιμένω το σώμα σου.
Όταν χαθεί από τον κόσμο ο έρωτας…
Εμείς θα είμαστε ήδη νεκροί.
πίνακας του Ιππόλυτου Φλαντρέν (Λούβρο)
επιλογή σύνταξης του ιστολογίου

Δευτέρα 11 Αυγούστου 2014

Να'ταν τα δάχτυλα...του Δημ.Σολδάτου

Nα ’ταν τα δάχτυλα κεριά, να στα φιλώ ένα-ένα,
να καίγονται απ’ τα χείλη μου, που λιώνουνε για σένα.
Δ. Ε. Σολδάτος

Παρασκευή 1 Αυγούστου 2014

ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ του Δημ.Σολδάτου (Λευκάδα)

Ανοίγω το παράθυρο
να μπει λιγάκι αέρας
για να μου φέρει λάφυρο
τ' αρώματα της μέρας...

Τρίτη 29 Ιουλίου 2014

ΕΡΩΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ του Δημ.Σολδάτου (Λευκάδα)

"Ένα πρωί θα ξυπνήσω
με το στόμα γεμάτο αίματα:
θα είναι από τις λέξεις
που δεν ειπώθηκαν και αυτοκτόνησαν."

Τρίτη 22 Ιουλίου 2014

ΠΑΡΑΚΤΙΑ ΟΔΟΣ ΓΟΛΕΜΗ του Δημ.Σολδάτου (Λευκάδα)

Τ’ αστέρια απ’ τον ουράνιο θόλο
αντιφεγγίζουνε στον μόλο,
και το νερό απ’ την αύρα τρέμει…
Παράκτια οδός Γολέμη.
Νύχτα ζεστή του Ιουλίου.
Κοιτώ την πλώρη κάποιου πλοίου
που έχει τ’ όνομα «Ελπίδα»
στην ξεβαμμένη του σανίδα.
Απελπισμένος προχωράω
χωρίς να ξέρω καν πού πάω.
Σ’ ένα παγκάκι ένα ζευγάρι
φιλιέται κάτω απ’ το φεγγάρι.
Πάνω ψηλά σ’ ένα μπαλκόνι
κάποιος με κάποιανε μαλώνει.
Και στην «Ταβέρνα ο Kαραμπούλιας»
γλεντούν τα εφτά παιδιά της Πούλιας.
Μία παρέα τραγουδάει,
ένας μεθύστακας ξερνάει
και πεινασμένα δυο γατάκια
τρων εμετούς απ’ τα πλακάκια.
Σημαίνει ο Αϊ Μηνάς την ώρα…
Παίρνω τον δρόμο πίσω τώρα.
Μπροστά μου η Χώρα κοιμισμένη,
ψυχρούλα γύρω μου απλωμένη,
ο Καραμπούλιας μανταλώνει,
ούτε τριζόνι στο μπαλκόνι,
άδειο αντικρίζω το παγκάκι,
σαλπάρισε το καραβάκι,
τ’ αστέρια σβήσανε στον θόλο,
γαλάκτωσε η αυγή τον μόλο
και στο νερό μια αχτίδα τρέμει…
Χαράζει στην οδό Γολέμη.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΣ
«ΣΑΝ-ΤΑ ΜΑΥΡΑ ή Μούσα Λευκα(η)δία
Βιβλιοπωλείον Τσιρίμπαση, 2010