Σπ. Βικάτος: Αυτοπροσωπογραφία (συλ. Α.Σ.Κ.Τ., 1928)
Σπύρος (Σπυρίδων) Βικάτος (1878 - 1960) : "Διπλός χειμώνας". Λάδι σε καμβά, 60,1×49,1 εκ., 1929. Συλλογή της Τράπεζας της Ελλάδος.
Το μισό εικοστό αιώνα καλύπτει η δραστηριότητα του Σπύρου Βικάτου, ο οποίος άφησε τεράστιο ζωγραφικό έργο και τρεις δεκαετίες διδασκαλίας στη Σχολή Καλών Τεχνών.
- Γεννημένος στο Αργοστόλι, σπούδασε ζωγραφική στο "Σχολείον των Τεχνών" (1896-1900) με τον Νικηφόρο Λύτρα και τον Σπυρίδωνα Προσαλέντη και γλυπτική με τον Γεώργιο Βρούτο. Τις σπουδές του ολοκλήρωσε ύστερα στο Μόναχο, με τον Νικόλαο Γύζη και τον L. von Lofftz. Το 1909 διορίστηκε καθηγητής της σκιαγραφίας στη Σχολή Καλών Τεχνών, όπου και δίδαξε μέχρι το 1939. Κοντά του μαθήτευσαν οι Γ. Γουναρόπουλος, Σ. Λασκαρίδου, Σ. Παπαλουκάς, Γ. Σικελιώτης, Απ. Γεραλής, Γ. Τσαρούχης, Αγ. Αστεριάδης, Γ. Σπυρόπουλος κ.α. Κατά τη διάρκεια της ενεργού δραστηριότητάς του είχε κάνει (ή συμμετάσχει σε) πολλές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Το 1951 η Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου τον εξέλεξε επίτιμο μέλος της. Έργα του βρίσκονται σε πολλά μουσεία, πινακοθήκες και συλλογές.
Κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του δημιούργησε κυρίως προσωπογραφίες. Ζωγράφισε επίσης νεκρές φύσεις, θρησκευτικές συνθέσεις, σκηνές της καθημερινής ζωής και λίγα τοπία.
Στα τέλη του 19ου αι. και τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αποτέλεσε έναν από τους τελευταίους συνεχιστές της σχολής του Μονάχου. Στις τελευταίες δεκαετίες του έργου του, από το 1920 και ύστερα, θα υπερβεί την ακαδημαϊκή/ ιμπρεσιονιστική επίδραση και ο τρόπος της ζωγραφικής του πρακτικής θα αγγίξει τα εξπρεσιονιστικά όρια.
Ο Βικάτος ήταν κυρίως ζωγράφος του εργαστηρίου. Έπλαθε τη μάζα του χρώματος με το πινέλο, τη σπάτουλα, ακόμη και με τα δάχτυλα σα γλύπτης, "...ζωγράφιζε με αφάνταστη ταχύτητα και δεξιοτεχνία πλάθοντας και ζυμώνοντας το χρώμα με απτική αίσθηση" (Τώνης Σπητέρης "3 Αιώνες νεοελληνικής τέχνης 1660 - 1967", τ.Β', Πάπυρος 1979, σελ. 243). Χρησιμοποιούσε τεχνητό φως για τον τονισμό των θεμάτων των έργων του, τα οποία δεν επεξεργαζόταν λεπτομερειακά. Τον απασχολούσε η αποτύπωση όχι κάποιου τελειωμένου φυσικού σχήματος (εξ ου και η βαθμιαία κατάργηση των περιγραμμάτων) αλλά η στιγμή της καλλιτεχνικής δημιουργίας κατά την οποία η χειρονομία του ζωγράφου, παλεύοντας άμεσα με τη χρωματική ύλη, κάνει να ανασυρθεί από την άμορφη υπόσταση μια μορφή. Αυτό το μεταίχμιο ανυπαρξίας και ύπαρξης εξηγεί και την προτίμησή του για τα κεφάλια των γερόντων ως συχνά θέματα των έργων του. Αιτιολογεί ακόμα τα βαθιά, γήινα χρώματα και φόντα και τις έντονες φωτοσκιάσεις που χρησιμοποιούσε.
* του Ιωάννη Δρόσου δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα "Ελληνική Ζωγραφική και Γλυπτική 1680-1940"








