Εξοχότατε κύριε Πρόεδρε της Δημοκρατίας,
Κυρίες και κύριοι,
Στεκόμαστε σήμερα ενώπιον της ιστορίας και της συλλογικής μνήμης. Ενώπιον μιας επετείου που δεν αποτελεί απλώς μια ημερομηνία καταγεγραμμένη στον χρόνο, αλλά έναν φωτεινό σταθμό εθνικής συνείδησης. 162 χρόνια μετά την Ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα, τιμούμε όχι μόνο τη δικαίωση ενός πολιτικού κι εθνικού αγώνα, αλλά και τη διαδρομή ενός τόπου που υπήρξε επί αιώνες σημείο συνάντησης πολιτισμών, ιδεών, αντιθέσεων και βαθιά ριζωμένων πόθων για ελευθερία και κοινωνική πρόοδο.
Τα Ιόνια Νησιά δεν υπήρξαν ποτέ μια σιωπηλή γεωγραφική περιφέρεια της ιστορίας. Υπήρξαν χώρος διπλωματικών ανταγωνισμών, πεδίο στρατηγικών σχεδιασμών των μεγάλων δυνάμεων της Ευρώπης, αλλά και κοιτίδα πολιτικής σκέψης, παιδείας, φιλελευθερισμού και εθνικής συνείδησης. Από τις γαλλικές σημαίες της Επανάστασης έως τους αγώνες των Ριζοσπαστών, από την Επτάνησο Πολιτεία έως την ιστορική πράξη της 21ης Μαΐου 1864, ο Επτανησιακός ελληνισμός πορεύθηκε με επιμονή, θυσίες και βαθιά πίστη στην ιδέα της ελευθερίας και της εθνικής ενότητας.
Η ιστορία της Ένωσης δεν είναι μόνο διπλωματική ή πολιτική ιστορία. Είναι ιστορία ανθρώπων. Είναι ιστορία λαού. Είναι ιστορία κοινωνικών αγώνων, πνευματικής καλλιέργειας και αδιάκοπης διεκδίκησης αξιοπρέπειας. Και ακριβώς γι’ αυτό η σημερινή επέτειος δεν αφορά μόνο το παρελθόν. Αφορά και το παρόν μας, αλλά και την ευθύνη που έχουμε απέναντι στο μέλλον αυτού του τόπου.
Τον Ιούνιο του 1797 γαλλικά στρατεύματα υπό τον υποστράτηγο Τζεντιλί κατέλαβαν την Κέρκυρα. Με τη Συνθήκη του Κάμπο Φόρμιο, τον Οκτώβριο του 1797, τα Επτάνησα παραχωρήθηκαν στη Γαλλία και τερματίστηκε η μακραίωνη, 400 ετών, κυριαρχία της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας.
Η Συνθήκη του Κάμπο Φόρμιο υπογράφηκε μεταξύ της Γαλλίας (Ναπολέων Βοναπάρτης) και της Αυστρίας, τερματίζοντας τον πόλεμο του πρώτου συνασπισμού. Επισφράγισε τη νίκη του Ναπολέοντα στην Ιταλία, διέλυσε τη Δημοκρατία της Βενετίας και παραχώρησε τα Επτάνησα στη Γαλλία.
Ο Ναπολέων χρειαζόταν τα Επτάνησα ως ενδιάμεσο σταθμό για την εκστρατεία του προς την Αίγυπτο και για να αποκόψει τους Βρετανούς από την Ανατολική Μεσόγειο. Εκείνος απέδωσε μεγάλη στρατηγική σημασία στα Ιόνια Νησιά. «Μας ενδιαφέρουν περισσότερο από ολόκληρη την Ιταλία», είπε στο Διευθυντήριο, «αυτά μας καθιστούν κυρίους της Αδριατικής και της Ανατολής».
Αιώνες μετά την εποχή του Πελοποννησιακού Πολέμου, η Κέρκυρα αναδεικνυόταν ξανά τόσο σημαντική. Ωστόσο, ως κτήση της Βενετίας επί 400 χρόνια, η Κέρκυρα και τα άλλα νησιά του Ιονίου επιτελούσαν ήδη αυτόν τον στρατηγικό ρόλο.
Οι ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης διαδόθηκαν στα νησιά του Ιονίου. Η αριστοκρατική διοίκηση καταργήθηκε και σχηματίστηκαν κοινοτικά συμβούλια με συμμετοχή όλων των κοινωνικών τάξεων.
Την 1η Αυγούστου 1798 ο αγγλικός στόλος υπό τον Οράτιο Νέλσονα έπληξε τον γαλλικό στόλο στον κόλπο του Αμπουκίρ της Αιγύπτου, προκαλώντας του μεγάλη καταστροφή και φέρνοντας σε δυσχερή θέση το γαλλικό εκστρατευτικό σώμα στην Αίγυπτο.
Επωφελούμενες τότε η Ρωσία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία, με την υποστήριξη και της Αγγλίας, συγκρότησαν συμμαχία εναντίον των επεκτατικών σχεδίων του Ναπολέοντα στην Ανατολή, με πρώτο στόχο την εκδίωξη των Γάλλων από τα Επτάνησα.
Ο ρωσοτουρκικός στόλος ξεκίνησε από τα Κύθηρα, τον Οκτώβριο του 1798, την κατάληψη των Ιονίων Νήσων, την οποία ολοκλήρωσε με την κατάληψη της Κέρκυρας τον Μάρτιο του 1799.
Στις 21 Μαρτίου 1800 υπογράφηκε η Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, με την οποία αποφασίστηκε η αυτονομία των Ιονίων Νήσων υπό την επικυριαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την προστασία του αυτοκράτορα της Ρωσίας.
Με τη Συνθήκη της Αμιένης, στις 23 Μαΐου 1802, έλαβε τέλος ο πόλεμος του 2ου συνασπισμού και αναγνωρίστηκε το Ιόνιο Κράτος, η ΕΠΤΑΝΗΣΟΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑ, σύμφωνα με τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης του 1800. Παράλληλα θεμελιώθηκε η παρουσία της Αγγλίας στη Μεσόγειο, καθώς η Αίγυπτος επεστράφη στο Σουλτάνο, η Επτάνησος καθίστατο αυτόνομη πολιτεία υπό προστασία, ενώ η Μάλτα κύριο αγγλικό ορμητήριο.
Η Επτάνησος Πολιτεία αποτέλεσε το πρώτο οργανωμένο αυτόνομο κρατίδιο σε ελληνικά εδάφη, 350 χρόνια μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης. Είχε πρωτεύουσα την Κέρκυρα, δικό της σύνταγμα, σημαία και νόμισμα και διήρκεσε μέχρι τον Ιούλιο του 1807.
Το Σύνταγμα που καταρτίστηκε στην Κωνσταντινούπολη, στο πλαίσιο της συμφωνίας του Μαρτίου 1800, ονομάστηκε «Βυζαντινό» και ήταν ολιγαρχικό, καθώς παραχωρούσε την εξουσία στις κληρονομικές αρχοντικές οικογένειες των νησιών. Ο Επτανησιακός λαός αντέδρασε έντονα στην αφαίρεση των πολιτικών δικαιωμάτων που του είχαν παραχωρηθεί από τους δημοκρατικούς Γάλλους, με αποτέλεσμα να ξεσπάσουν ταραχές κι εξεγέρσεις στα νησιά, ιδιαίτερα στη Ζάκυνθο, την Κεφαλονιά και την Κέρκυρα, από τον Φεβρουάριο έως τον Μάιο του 1801.
Τον Μάρτιο του 1801 δολοφονήθηκε ο τσάρος Παύλος Α΄ και τον διαδέχθηκε ο γιος του, Αλέξανδρος Α΄, ο οποίος εγκατέλειψε την επεκτατική πολιτική του πατέρα του. Με μεσολάβηση του νέου τσάρου, που έστειλε στα Επτάνησα τον κόμη Γεώργιο Μοτσενίγο ως εκπρόσωπό του με ευρύτατες εξουσίες, συγκλήθηκε νέα Συντακτική Συνέλευση τον Αύγουστο του 1802, με νέους γερουσιαστές, για την κατάρτιση νέου συντάγματος. Το σύνταγμα αυτό ψηφίστηκε τον Οκτώβριο του 1803.
Το νέο Σύνταγμα καταργούσε το κληρονομικό δικαίωμα της ευγένειας και θεμελίωνε τη διάκριση των εξουσιών. Υπήρξε το πρώτο νεοελληνικό σύνταγμα με ιδιαίτερα φιλελεύθερες για την εποχή του διατάξεις. Μεταξύ άλλων, επέβαλε τη χρήση της ελληνικής γλώσσας ως επίσημης γλώσσας της Πολιτείας και όριζε ως χρονικό ορίζοντα το 1810 για την αποκλειστική χρήση της από το κράτος. Η ισχύς του, ωστόσο, δεν έμελλε να διαρκέσει πολύ.
Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί ο σημαντικός και καθοριστικός ρόλος του νεαρού τότε Ιωάννη Καποδίστρια, μόλις 26 ετών το 1802. Το φθινόπωρο του ίδιου έτους ορκίστηκε προσωρινός κυβερνήτης στην Κεφαλονιά και μετέβη στο νησί για να αποκαταστήσει τη διακυβέρνηση, η οποία είχε διαταραχθεί σοβαρά από τις ταραχές.
Το 1803 ανέλαβε τη θέση του γραμματέα της Επικράτειας της Επτανήσου Πολιτείας. Στο πλαίσιο των καθηκόντων του ήταν αρμόδιος για τη διοίκηση, τις Εξωτερικές υποθέσεις, το Εμπορικό Ναυτικό, το Εμπόριο και την Παιδεία του κράτους. Το φορολογικό σύστημα της Πολιτείας ήταν δικό του δημιούργημα. Επιπλέον, συνεργάστηκε με τον Γεώργιο Μοτσενίγο για το συνταγματικό ζήτημα.
Το 1805 εκλέχθηκε από τη Γερουσία στη 10μελή Επιτροπή που ανέλαβε να συντάξει έκθεση με τις διατάξεις του συντάγματος που έπρεπε να αναθεωρηθούν.
Ως υπεύθυνος για την παιδεία κι επιθεωρητής των σχολείων, εμβάθυνε στα προβλήματα ανάπτυξης της εκπαίδευσης. Παρακίνησε τη Γερουσία να ψηφίσει σειρά σημαντικών διαταγμάτων, με τα οποία οι πόροι των μοναστηριών θα διατίθεντο για τα σχολεία, θα ιδρύονταν νέα σχολεία δημοτικής και μέσης εκπαίδευσης και θα βελτιωνόταν το εκπαιδευτικό πρόγραμμα.
Τον Ιούνιο του 1807 ανετέθη στον Καποδίστρια η αποστολή να οργανώσει την άμυνα της νήσου Αγίας Μαύρας (Λευκάδας), η οποία απειλείτο από τις δυνάμεις του Αλή Πασά. «Ακούραστος, δραστήριος και θαρραλέος», όπως έγραψαν οι Λευκαδίτες προς την Γερουσία, την πρωτεύουσα της Επτανήσου, «οι υπηρεσίες του ήταν μοναδικές και αποτελεσματικές στον πολιτικό, οικονομικό και στρατιωτικό τομέα».
Η επαπειλούμενη επίθεση εκ μέρους του Αλή Πασά δεν έφθασε ποτέ. Χωρίς όμως την οργανωτική προσπάθεια υπό τον Καποδίστρια, ίσως η Λευκάδα να έπεφτε στα χέρια του Αλή χωρίς τουφεκιά.
Εν τω μεταξύ, μετά τις περήφανες νίκες του Ναπολέοντα εις το Ούλμ, το Άουστερλιτς και την Ιένα, συνήφθη τον Ιούλιο του 1807 η Συνθήκη του Τιλσίτ, η οποία τερμάτισε τον πόλεμο του Τετάρτου Συνασπισμού και, μεταξύ άλλων, παραχώρησε στην αυτοκρατορική πλέον Γαλλία την Επτάνησο Πολιτεία. Αυτή τη φορά η συνθήκη όρισε ότι ο αυτοκράτωρ Ναπολέων, ως απόλυτος κτήτωρ και κυρίαρχος, θα κατέχει τα 7 Ιόνια Νησιά. Έτσι, την 1η/9/1807, τα Ιόνια Νησιά επέστρεψαν εις τον Ναπολέοντα.
Η εξέλιξη αυτή επηρέασε και τον Καποδίστρια. Το καλοκαίρι του 1808 αποφασίζει να δεχθεί την πρόσκληση του Μοτσενίγου, η οποία ανανεώθηκε από τον Ρώσο καγκελάριο κόμη Ρουμιάντσεφ και φεύγει για την Αγία Πετρούπολη. Το αργόσυρτο ταξίδι του προς τη Ρωσία, που διήρκεσε 5 μήνες, υποδηλώνει την απροθυμία που τον διακατείχε. Αργότερα απέδωσε την απόφαση αυτή στο θέλημα του πατέρα του και στις διαταγές του Τσάρου.
Πολύ σύντομα επανήλθαν οι εχθροπραξίες στην Ευρώπη, με αποτέλεσμα οι αυτοκρατορικοί Γάλλοι να αρχίσουν να χάνουν τα Επτάνησα σταδιακά από το 1809, με την κατάληψη της Ζακύνθου από τον αγγλικό στόλο που κυριαρχούσε στη Μεσόγειο. Στη συνέχεια οι Άγγλοι πήραν την Κεφαλονιά, την Ιθάκη, τη Λευκάδα και τα Κύθηρα το 1810 κι έθεσαν σε ναυτικό αποκλεισμό την Κέρκυρα επί 4 χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων (1810–1814) υπέστη δεινή δοκιμασία ο Κερκυραϊκός πληθυσμός, μέχρι τον Ιούνιο του 1814, οπότε παρεδόθη η Νήσος από τη γαλλική δύναμη που την υπεράσπιζε υπό τον στρατηγό Δονζελότ, εις τους Άγγλους, κατόπιν εντολής του έχοντος παλινορθωθεί Λουδοβίκου ΙΗ’, ενώ είχε ήδη επισυμβεί η μάχη της Λειψίας (Μάρτιος 1813), μεταξύ του Ναπολέοντος και του Έκτου Συνασπισμού, κατά την οποία ηττήθη ο Ναπολέων.
Η Επτάνησος Πολιτεία αντικρίζει το Συνέδριο της Βιέννης (1814–1815), το οποίο θα ρυθμίσει τις τύχες της μεταπολεμικής Ευρώπης –των Ναπολεοντείων πολέμων-κατεχόμενη ήδη, στο όνομα του νικητή συνασπισμού, από τους Άγγλους.
Εις το Συνέδριο της Βιέννης μετέχουν οι νικητήριες συνασπισμένες δυνάμεις: Αυστρία, Πρωσία, Μεγάλη Βρετανία και Ρωσία, καθώς και η ηττημένη πλέον Γαλλία. Η ρωσική αντιπροσωπεία, με επικεφαλής τον Τσάρο Αλέξανδρο, περιλαμβάνει και τον Ιωάννη Καποδίστρια ως γραμματέα και διπλωματικό σύμβουλο του τσάρου. Ο Καποδίστριας, μεταξύ Βιέννης και Παρισιού, ήταν εκείνος που κέρδισε ουσιαστικά την εμπιστοσύνη του Τσάρου. Όταν οι μονάρχες και οι υπουργοί συγκεντρώθηκαν εκ νέου μετά το Βατερλώ, έγινε αντιληπτή η αποφασιστική αλλαγή που είχε επέλθει. Ο Καποδίστριας είχε εκτοπίσει τόσο τον Ραζουμόφσκι όσο και τον Νέσελροντ. Στο Παρίσι, όταν εγκαταστάθηκε μαζί με τον τσάρο στο Ανάκτορο των Ηλυσίων, κρατούσε στα χέρια του όλα τα νήματα για τη διαμόρφωση της πολιτικής.
(Κατά τη διάρκεια του συνεδρίου, ο Άγγλος αντιπρόσωπος Κάσλρεϊ κατέθεσε ένα σχέδιο συνθήκης που αφορούσε τα Επτάνησα:
- Η Επτάνησος θα κατέχεται του λοιπού δια παντός και κατά αποκλειστική κυριαρχία εν ονόματι του βασιλέως της Αγγλίας.
- Η Αγγλία παρέχει την υπόσχεση ότι θα εγκαθιδρύσει στην Επτάνησο μορφή διακυβέρνησης που θα εξασφαλίζει πολιτική ελευθερία.
- Τα έξοδα των στρατευμάτων που θα εγκατασταθούν στις νήσους για την προστασία τους θα επιβαρύνουν τους κατοίκους αυτών.
Το σχέδιο αυτό απορρίφθηκε από τις άλλες δυνάμεις του συνεδρίου).
Οι Βρετανοί προηγουμένως είχαν μιλήσει για τη δυνατότητα ενός αυστριακού προτεκτοράτου, το οποίο δεν γινόταν αποδεκτό από τους Ρώσους.
Στις 17 Μαΐου η ρωσική αντιπροσωπεία παρουσίασε στο συνέδριο ένα υπόμνημα, εμπνευσμένο από τον Καποδίστρια, το οποίο πρότεινε αποκατάσταση της Ιονίου Πολιτείας με μία μόνο δύναμη ως εγγυήτρια. Η Ιόνιος Πολιτεία θα είχε το δικαίωμα είτε να υιοθετήσει το Σύνταγμα του 1806 είτε να συντάξει ένα καινούριο και η εγγυήτρια δύναμη δεν θα είχε το δικαίωμα να επεμβαίνει στις εσωτερικές υποθέσεις των νησιών.
Στο τέλος του μηνός ο ίδιος ο Καποδίστριας υπέβαλε πρόταση, αυτή τη φορά για ένα ελεύθερο, ανεξάρτητο και ουδέτερο κράτος υπό την εγγύηση των 4 δυνάμεων. Ο Καποδίστριας επανήλθε στο επιχείρημα ότι η Κέρκυρα παραδόθηκε στους συμμάχους συνολικά και όχι μόνο στους Βρετανούς. Οι Άγγλοι φοβούνταν ότι η συνέπεια θα ήταν μια μόνιμη ρωσική επέμβαση στο προτεκτοράτο.
Εν τέλει, οι 4 δυνάμεις, την 5η Νοεμβρίου του 1815, υπέγραψαν τη Συνθήκη των Παρισίων, με την οποία ιδρύεται το Ηνωμένο Κράτος των Ιονίων Νήσων, διάδοχο της Επτάνησου Πολιτείας, που αποτελούσε και αυτό ελληνικό ημιαυτόνομο κράτος, ομοσπονδία των Επτανήσων ως κρατιδίων μελών και με αποκλειστική προστάτιδα δύναμη τη Μεγάλη Βρετανία, με το δικαίωμα αποστολής από αυτήν Αρμοστή.
Τον ρόλο της προστάτιδας δυνάμεως διεκδίκησε και η Αυστρία, η οποία θεωρούσε ότι αποτελεί διάδοχο της Βενετίας.
(Το κρατίδιο της Κέρκυρας απαρτίζετο από την Κέρκυρα και τις πέριξ αυτής νησίδες, τα Διαπόντια Νησιά και τη νήσο Σάσωνα.)
Η Συνθήκη των Παρισίων προέβλεπε ότι το Ηνωμένο Κράτος θα γινόταν ανεξάρτητο και όχι υποτελές κράτος. Το Σύνταγμα του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων συντάχθηκε από τους Βρετανούς και τέθηκε σε ισχύ την 1η/1/1818. Καθιέρωνε ως νομοθετικά σώματα την Ιόνιο Γερουσία (αριστοκρατικό όργανο) και τη Βουλή (Ιόνια Συνέλευση).
Το Σύνταγμα επίσης καθιέρωσε το Ανώτατο Συμβούλιο Δικαιοσύνης, πρόεδροι του οποίου ήταν Άγγλοι (Τζων Κιρπάτρικ, Τζων Ρηντ, Σάρτζεντ, Μάικ Κομπάικ).
Πρώτος λόρδος ύπατος αρμοστής υπήρξε ο Τόμας Μαίτλαντ και τελευταίος ο Χένρι Στορξ. (Συνολικά, καθ’ όλη τη διάρκεια των 50 περίπου ετών ζωής του κράτους, μέχρι την 21η Μαΐου του 1864, υπηρέτησαν 10 Βρετανοί αρμοστές.)
Με την υπογραφή της συνθήκης, η Αγγλία έστειλε τον Μαίτλαντ Διοικητή-Αρμοστή στα Επτάνησα, ο οποίος επέβαλε, μέσα σε κλίμα βίας και τρομοκρατίας, το Σύνταγμα του 1817, που καθιέρωνε τυπικά το κοινοβουλευτικό πολίτευμα στο Ιόνιο Κράτος και διατηρούσε την ομοσπονδιακή μορφή του. Στην ουσία όμως όλες οι εξουσίες περιέρχονταν στον αρμοστή και πολλά από τα συνταγματικά δικαιώματα που ο λαός είχε αποκτήσει με τη σύσταση της Επτανήσου Πολιτείας καταργήθηκαν.
Ο Μαίτλαντ συνεργάστηκε στενά με τους αριστοκράτες. Κοινός τους στόχος ήταν η καταπολέμηση της εθνικής συνείδησης των Επτανησίων, που είχε φουντώσει μετά τη γαλλική κατάκτηση.
Η δύσκολη κατάσταση συνέπεσε με την Ελληνική Επανάσταση κατά των Τούρκων, που άρχισε το 1821. Οι Επτανήσιοι είχαν ενεργή ανάμειξη στη διεξαγωγή των αγώνων για την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό. Η επίσημη πολιτική της Μεγάλης Βρετανίας ήταν φιλοτουρκική, επειδή θεωρούνταν ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία μπορούσε να θέσει φραγμό στα επεκτατικά σχέδια των Ρώσων στην Ανατολική Ευρώπη.
Έτσι οι Άγγλοι αρμοστές πήραν σκληρά μέτρα για να αποθαρρύνουν την οργανωμένη συμβολή των Επτανησίων στον αγώνα κατά των Τούρκων, με έμψυχο και άψυχο υλικό.
Η πλειοψηφία των Επτανησίων αντιδρούσε με μακρόχρονη αντίσταση στην πολιτική κατάσταση, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί στα Ιόνια. Μαχητικές διαδηλώσεις, εξεγέρσεις, επαναστατικά άρθρα σε τοπικές πολιτικές εφημερίδες απαντήθηκαν από τους Άγγλους με φυλακίσεις, βία, τρομοκρατία κι εξορίες των ριζοσπαστών σε απομονωμένα νησάκια.
Το καθεστώς της προστασίας προέβη εις την κατασκευή έργων υποδομής στα Ιόνια: κατασκευή δρόμων, σχολείων, σημαντικά έργα ύδρευσης όπως το υδραγωγείο της Κέρκυρας, λιμενικές εγκαταστάσεις μέχρι και φυλακές.
Το 1824 ιδρύθηκε η Ιόνιος Ακαδημία στην Κέρκυρα, το πρώτο πανεπιστημιακό ίδρυμα του σύγχρονου ελληνισμού. Ιδρύθηκε από τον λόρδο Γκύλφορντ και λειτούργησε για 40 χρόνια, έως ότου έκλεισε το 1864, αμέσως μετά την Ένωση. Περιλάμβανε αρχικά 4 σχολές: Νομική, Θεολογική, Φιλοσοφική και Ιατρική, ενώ δημιουργήθηκε αξιόλογη πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη. Μετά τον θάνατο του λόρδου Γκίλφορντ (1827) οι οικονομικοί της πόροι περιορίστηκαν σημαντικά και βαθμιαία άρχισε η παρακμή της.
Σημαντικός κοινοβουλευτικός σταθμός στην πορεία για την Ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα υπήρξε η ίδρυση του κόμματος των Ριζοσπαστών το 1848. Οι Ριζοσπάστες τόνιζαν την καταπάτηση του πορίσματος της Συνθήκης των Παρισίων, σύμφωνα με το οποίο τα Επτάνησα θα γίνονταν ανεξάρτητο και όχι υποτελές κράτος, και τη διαστρέβλωση της έννοιας της προστασίας των Ιονίων Νήσων από την Αγγλία, η οποία είχε επιβάλει στα Ιόνια Νησιά καθεστώς αποικίας, παρακάμπτοντας τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες των νησιών.
Το 1848, ο επαναστατικός άνεμος που σάρωνε την Ευρώπη έφτασε και στα Ιόνια Νησιά. Στην Κεφαλονιά ξέσπασαν λαϊκές εξεγέρσεις, οι οποίες πήραν τη μορφή επανάστασης, για την αντιμετώπιση των οποίων επενέβη με ιδιαίτερη βιαιότητα ο αγγλικός στρατός, με συνέπεια την έντονη αντιπαράθεση (1848, εξέγερση του Σταυρού και 1849, εξέγερση της Σκάλας).
Τις 26 Νοεμβρίου 1850 ο ριζοσπάστης βουλευτής Ιωάννης Τυπάλδος πρότεινε στη Βουλή του Ιονίου Κράτους ψήφισμα για την ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα, το οποίο υπογράφηκε από 11 ακόμη βουλευτές.
Οι Βρετανοί αντέδρασαν έντονα. Συνέλαβαν βουλευτές, εξόρισαν τον βουλευτή Ηλία Ζερβό Ιακωβάτο στα Αντικύθηρα και τον Ιωσήφ Μομφεράτο στην Ερείκουσα και έπαυσαν τη λειτουργία μερίδας του Επτανησιακού Τύπου που υποστήριζε την ένωση.
Το κόμμα των Ριζοσπαστών στη συνέχεια διασπάστηκε σε 2 επιμέρους κόμματα: το κόμμα των Παλαιών Ριζοσπαστών, που απέβλεπε στην ένωση, ανεξαρτησία και δικαιοσύνη και των Ενωτικών Ριζοσπαστών, που απέβλεπαν μόνο σε ένωση (Κωνσταντίνος Λομβάρδος).
Στους αντίποδες λειτουργούσε το κόμμα των Καταχθονίων, το οποίο αποτελούσαν οι ευγενείς γαιοκτήμονες. Οι πολιτικοί του κόμματος τούτου ήταν κατά της Ένωσης με την Ελλάδα, γιατί οι Επτανήσιοι ευγενείς πίστευαν πως, στην περίπτωση αυτή, θα έχαναν τη στήριξη της προστάτιδας δύναμης που τους εξασφάλιζε τη δύναμη να επιβάλλονται. Το κόμμα τούτο ήταν ανθενωτικό κατά βάση, στηριζόμενο στην αγγλική προστασία, η οποία το υποστήριζε, και έτσι οι ευγενείς γαιοκτήμονες εξασφάλιζαν τα συμφέροντά τους και τις απαιτήσεις τους πάνω στον λαό.
Άθλια και φοβερή ήταν η κατάσταση του αγροτικού κόσμου στην Επτάνησο γενικώς, ιδιαίτερα όμως στην Κέρκυρα. Λίγοι ευγενείς γαιοκτήμονες κρατούσαν στα χέρια τους όλη την ύπαιθρο και ο Κερκυραίος χωρικός δεν ήταν όχι μόνο κύριος του κτήματος που καλλιεργούσε, αλλά ούτε ελεύθερος μισθωτής.
Την εποχή του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων και της αγγλικής προστασίας, βασική πολιτική της Μεγάλης Βρετανίας αποτελούσε η παγίωση της βρετανικής επιρροής στην Ανατολική Μεσόγειο και στην Εγγύς Ανατολή, η διαφύλαξη της εδαφικής ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έναντι των ελληνικών επιδιώξεων και διεκδικήσεων του νέου ελληνικού κράτους, σε συνδυασμό με την ενδυνάμωση της βρετανικής επιρροής εις αυτό, και η συγκράτηση της Ρωσίας σε απόσταση από τα ύδατα της Μεσογείου.
Εκφραστής και εμψυχωτής αυτής της πολιτικής κατά την περίοδο 1840–1865 ήταν ο Χένρι Τζων Πάλμερστον, υπουργός των Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας κατά την περίοδο 1846–1851 και πρωθυπουργός της από το 1855 έως το 1858 και από το 1859 έως το 1865.
Σε κείμενο που συνέταξε το 1854 υποστήριζε ότι, για τη διασφάλιση της ειρήνης στην Ευρώπη, θα έπρεπε να συρρικνωθεί η Ρωσική Αυτοκρατορία δια της αποσπάσεως περιοχών από αυτήν. («Σύνδρομο Πάλμερστον»).
Ο ίδιος επίσης έτρεφε αντιπάθεια προς τον βασιλέα της Ελλάδος Όθωνα, για την υποστήριξη από αυτόν της Μεγάλης Ιδέας, την οποία είχε ασπασθεί, όπως οι περισσότεροι Έλληνες τότε.
Ο Κριμαϊκός Πόλεμος το 1853, ανάμεσα στη Ρωσία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ήταν το σημείο μηδέν για τον Όθωνα και την Ελλάδα, η οποία, ελπίζοντας σε νίκη των Ρώσων, ενεπλάκη ουσιαστικά σε ανταρτοπόλεμο στις κατεχόμενες από τους Τούρκους ελληνικές περιοχές.
Οι Αγγλογάλλοι, φοβούμενοι την κάθοδο της Ρωσίας στη Μεσόγειο, μπήκαν στον πόλεμο στο πλευρό των Οθωμανών και το 1854 επέβαλαν ναυτικό αποκλεισμό και στη συνέχεια κατοχή του Πειραιά, η οποία συνεχίστηκε και μετά τη Συνθήκη των Παρισίων μέχρι το 1857.
Η εξέλιξη των γεγονότων αυτών, συνδυαζόμενη, είχε ως αποτέλεσμα την αντίστροφη μέτρηση και κατάληξη την έξωση του Όθωνα. Την 23η Οκτωβρίου 1862 ο Όθωνας απομακρύνθηκε από τον ελληνικό θρόνο.
Αμέσως σχεδόν, το Νοέμβριο του 1862, ο πρωθυπουργός Πάλμερστον συγκάλεσε το βρετανικό υπουργικό συμβούλιο και εισηγήθηκε την παραίτηση της Βρετανίας από την προστασία του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων και την παραχώρηση των νησιών στην Ελλάδα, εφόσον ο βασιλιάς της Ελλάδος θα ήταν πρόσωπο που και η Βρετανία επιθυμούσε.
Αμέσως δε, κάλεσε τον Έλληνα επιτετραμμένο στη Μεγάλη Βρετανία Χαρίλαο Τρικούπη και του κατέστησε γνωστή τη θέση της κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου, με παράλληλη υπόδειξη ως νέου βασιλέως της Ελλάδος του Γεώργιου Γουλιέλμου, 2ου γιου του πρίγκιπα Χριστιανού της Δανίας, άγοντος τότε το 17ο έτος της ηλικίας του.
Πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι η αδελφή του Γεωργίου Γουλιέλμου, Αλεξάνδρα, το επόμενο έτος —και αυτό ήταν γνωστό από τον Σεπτέμβριο του 1862— θα ενυμφεύετο τον διάδοχο του βρετανικού θρόνου και μετέπειτα βασιλέα Εδουάρδο τον Ζ΄.
Τα γεγονότα πήραν ραγδαία τροπή. Ακολούθησε στις 19 Νοεμβρίου 1862 το δημοψήφισμα στην Ελλάδα για την εκλογή νέου βασιλέα. Από τις 244.202 ψήφους, οι 230.016 τάχθηκαν υπέρ του Βρετανού πρίγκιπα Αλφρέδου.
Στις 12 Ιανουαρίου 1863 η εν Αθήναις Δευτέρα Εθνική των Ελλήνων Συνέλευση ψηφίζει τον Αλφρέδο, 2ο γιο της βασίλισσας Βικτωρίας, βασιλέα της Ελλάδος.
Η πρόταση αυτή δεν γίνεται δεκτή, εξαιτίας της προϋπάρχουσας συμφωνίας μεταξύ των 3 δυνάμεων, Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, ο βασιλιάς της Ελλάδος να μην προέρχεται από καμία από τις εν λόγω δυνάμεις.
Έτσι, στις 18 Μαρτίου του 1863, η Εθνική των Ελλήνων Συνέλευση ανακήρυξε βασιλέα των Ελλήνων τον Γεώργιο Α΄.
Στις 23 Σεπτεμβρίου 1863, η Βουλή της Επτανήσου ψηφίζει την Ένωση των Νήσων μετά του Βασιλείου της Ελλάδος, «όπως εφεξής αποτελώσιν αναπόσπαστον αυτού μέρος, μία και αδιαίρετο πολιτεία, υπό το συνταγματικό σκήπτρο του βασιλέως των Ελλήνων Γεωργίου Α΄ και των διαδόχων αυτού».
Η Ένωση των Ιονίων Νήσων με το Βασίλειο της Ελλάδος επισφραγίστηκε με τη Συνθήκη του Λονδίνου της 14ης Νοεμβρίου 1863, που υπογράφηκε από τις 5 δυνάμεις (Αυστρία, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία, Πρωσία και Ρωσία), καθώς και με το Πρωτόκολλο —συνθήκη επίσης εν Λονδίνω— της 29ης Μαρτίου 1864, που υπεγράφη μεταξύ του βασιλέως των Ελλήνων διά του εκπροσώπου του Χαριλάου Τρικούπη και των εκπροσώπων του Ηνωμένου Βασιλείου, της Γαλλίας και της Ρωσίας, με ισχύ από της 21ης Μαΐου 1864.
Η συνθήκη προέβλεπε ότι τα νησιά θα έμεναν ουδέτερα, ότι θα γκρεμίζονταν τα κάστρα της Κέρκυρας και ότι το ελληνικό κράτος θα αναλάμβανε κάποιες οικονομικές υποχρεώσεις.
(Την καταστροφή των οχυρών είχε ζητήσει η Αυστρία, η οποία είχε προσπαθήσει να εμποδίσει και την Ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα, φοβούμενη τον αποκλεισμό της Αδριατικής από την νέα Ελλάδα! ). Οι έντονες και σφοδρότατες αντιδράσεις του Επτανησιακού Λαού, του ίδιου του Χαρίλαου Τρικούπη, εκπροσώπου της Ελληνικής Κυβέρνησης, αλλά και εφημερίδων του Λονδίνου που απηχούσαν την Αγγλική κοινή γνώμη, ματαίωσαν εν μέρει την άφρονα αυτή καταστροφή και διέσωσαν το παλιό και το νέο Φρούριο της Κέρκυρας. Η καταστροφή περί ορίστηκε με νεώτερο πρωτόκολλο στις οχυρώσεις του Βίδο, στο προμαχώνα Αβράμη και σε μερικές δευτερεύουσες εγκαταστάσεις.
Πρώτο ανατινάχθηκε το φρούριο στο Βίδο και όλοι οι προμαχώνες, ενώ καταστράφηκε στη συνέχεια και ο προμαχώνας Αβράμη.
Η Ένωση των Ιονίων Νήσων με την Ελλάδα υπήρξε γεγονός μεγάλης εθνικής σημασίας. Υπήρξε αποτέλεσμα εθνικής συνείδησης, πολιτικών αγώνων, κοινωνικών διεκδικήσεων και επίμονης ιστορικής πορείας.
Κυρίες και κύριοι,
Η Ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα δεν υπήρξε μία πράξη τυπικής μεταβίβασης εδαφών. Υπήρξε κατάκτηση πολιτική, εθνική και κοινωνική. Υπήρξε η δικαίωση ενός λαού που δεν έπαψε ποτέ να διεκδικεί ελευθερία, δημοκρατία, αξιοπρέπεια και συμμετοχή στη διαμόρφωση της μοίρας του.
Τα Επτάνησα έφεραν στον εθνικό κορμό κάτι πολύ περισσότερο από τη γεωγραφική τους θέση. Έφεραν την εμπειρία των θεσμών, την παράδοση της παιδείας, την κοινοβουλευτική συνείδηση, την ευρωπαϊκή πολιτική σκέψη, αλλά και την απαίτηση των πολιτών να έχουν λόγο στον τόπο τους και στη ζωή τους.
Και αυτό ακριβώς είναι το βαθύτερο μήνυμα της σημερινής επετείου.
Ότι η δημοκρατία δεν εξαντλείται στα σύμβολα και στις ιστορικές αναφορές. Δικαιώνεται καθημερινά μέσα από ισχυρούς θεσμούς, κοινωνική συνοχή και ουσιαστική αποκέντρωση της εξουσίας.
Η ιστορική πορεία της Επτανήσου, μας υπενθυμίζει ότι οι τοπικές κοινωνίες μεγαλουργούν όταν διαθέτουν φωνή, αρμοδιότητες και δυνατότητα να σχεδιάζουν το μέλλον τους. Η αυτοδιοίκηση δεν αποτελεί διοικητικό συμπλήρωμα του κράτους. Αποτελεί πυλώνα δημοκρατίας, συμμετοχής και προόδου.
Στη σημερινή εποχή των μεγάλων προκλήσεων, η ενίσχυση της αυτοδιοίκησης δεν είναι απλώς ένα διοικητικό αίτημα. Είναι εθνική ανάγκη. Είναι προϋπόθεση κοινωνικής ισορροπίας, περιφερειακής ανάπτυξης και δημοκρατικής ανθεκτικότητας.
Η Κέρκυρα και τα Επτάνησα, με το ιστορικό και πολιτισμικό τους βάρος, δικαιούνται έναν ισχυρό ρόλο στη σύγχρονη Ελλάδα. Δικαιούνται υποδομές, θεσμική στήριξη, ουσιαστική μέριμνα για την νησιωτικότητα και μια πολιτεία που θα αντιλαμβάνεται ότι η περιφέρεια δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μακρινό διοικητικό άκρο, αλλά ως ζωντανό κύτταρο του εθνικού κορμού.
Η ιστορία της Ένωσης, μας διδάσκει ότι τίποτε μεγάλο δεν κατακτήθηκε χωρίς επιμονή, χωρίς πολιτικό όραμα και χωρίς πίστη στις δυνάμεις του τόπου.
Με αυτή την πίστη οφείλουμε και σήμερα να πορευθούμε.
Ζήτω η Ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα.
* πρώην Δήμαρχος Κερκυραίων
Η ομιλία πραγματοποιήθηκε στα Ανάκτορα των Αγίων Μιχαήλ και Γεωργίου (Παλαιά Ανάκτορα) στην πόλη της Κέρκυρας στις 21 Μαΐου 2026, παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας, Κων. Τασούλα








