Δευτέρα 22 Αυγούστου 2022

ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ ΜΙΧΑΛΗ ΨΆΪΛΑ του Σταμάτη Κυριάκη*

 



«Πέθανε ο Μιχάλης»

-------------------------
Έτσι απλά .
Είδα στο κινητό κάτι αναπάντητες αλλά δεν έδωσα σημασία.
Με ειδοποίησαν από την «Ενημέρωση».
«Το μόνο σίγουρο στην ζωή είναι ο θάνατος» , λένε οι σοφοί .
Το περιμέναμε. Αλλά είναι άλλο να το περιμένεις και άλλο να συμβαίνει στα καλά καθούμενα ένα συνηθισμένο απόγευμα .
Με τον Μιχάλη Ψάϊλα ήμασταν μαζί τριάντα χρόνια.
Κάθε μέρα πλην Κυριακών και εορτών.
Αυτός είχε το ταπετσιέρικο και δίπλα εγώ το σιδεράδικο.
Πιο πολλές ώρες ήμασταν με τον Μιχάλη παρά με την γυναίκα μου.
Τόσο που το συζητούσαμε γελώντας να κάνουμε και ένα «σύμφωνο συμβίωσης» τώρα που είναι της μόδας.
Μεγάλη καρδιά ο Μιχάλης.
Μια μέρα έδωσε σε μια τσιγγάνα δύο μποτίλιες λάδι του ενάμιση λίτρου που του τόχε δώσει κάποιος φίλος.
Μας έμεινε λίγο σε ένα μικρό μπουκαλάκι για να βάζουμε στο ψωμί μας μαζί με κοκκινοπίπερο.
Την άλλη μέρα έλειπε και το μικρό μπουκαλάκι.
Έγινα έξαλλος. « Μα δεν έχει λίγο φιλότιμο;»
«Άστηνε ρε Σταμάτη, που ξέρεις τι ανάγκη έχει;»
Μεγάλη καρδιά ο Μιχάλης .
Όλοι ξέρουν την Κέρκυρα από το Κορφού Παλλάς , τα παλάτια, το Ποντικονήσι, την Μπέλα Βενέτσια.
Ο Μιχάλης ήταν ο άρχοντας της άλλης Κέρκυρας , της δικής μας.
Της βαθιάς λαϊκής Κέρκυρας .
Των ψαράδων της Κόντρα Φόσα.
Των μελισσοκόμων .
Της άγνωστης στους περιστασιακούς επισκέπτες .
Κάποτε με ερωτεύτηκε μια γειτόνισσα. Ερχόταν κάθε μέρα και ρωτούσε. Προσπαθούσα να την αποφύγω. Της έλεγα ότι είμαι παντρεμένος και διάφορες άλλες δικαιολογίες.
«Άσε μου λέει ο Μιχάλης θα το κανονίσω εγώ.»
Η γειτόνισσα δεν ξαναπέρασε.
«Ρε Μιχάλη εξαφανίστηκε!»
«Δε σούπα ότι θα το κανονίσω;»
«Τι της είπες δηλαδή;»
«Της είπα ότι είσαι ..πούστης»
Μεγάλη καρδιά ο Μιχάλης.
Ήταν Μαλτέζικης καταγωγής. Γεννήθηκε στην Μητρόπολη. Παιδί της μεταπολεμικής Κέρκυρας των ασύλληπτων, για την εποχή μας, στερήσεων.
Μου μίλαγε για την Ανουντσιάτα όταν ακόμα ήταν εκεί ο λάκκος από την βόμβα γεμάτος βρομόνερα.
Η συμμορία των παιδιών κάνανε τσουλήθρα και πέφτανε στο νερό.
Η πρώτη νεροτσουλήθρα.
Πρόλαβε και την «Κουλοχέρω».
Η Κουλοχέρω ήταν μια πόρνη των Αγίων Πατέρων με χρυσή καρδιά.
Πολλές οικογένειες επιβίωσαν στην κατοχή από την βοήθεια της Κουλοχέρως.
Τα μπουρδέλα στην Κέρκυρα στεγαζόταν πάντα δίπλα στις Εκκλησιές . Μάλλον για να μπορείς να αμαρτήσεις και να μην χάνεις χρόνο. Αμέσως μετά να πάς δίπλα να μετανοήσεις.
Μου μιλούσε πάντα με σεβασμό για την Κουλοχέρω.
Μεγάλη καρδιά ο Μιχάλης .
Το γήπεδο ποδοσφαίρου τότε ήταν η Λεμονιά.
Εκεί ανδρώθηκε ο Α.Ο Κέρκυρα.
Πήγα με τον Μιχάλη και μου έδειξε ακριβώς πώς ήταν τότε η μικρή πλατεία και που βρισκόταν ακριβώς τα τέρματα.
Έμενε τότε εκεί ένας χαφιές που ήθελε να κρατήσει πάση θυσία την παρθενιά της κόρης του και δεν την άφηνε να ξεμυτίσει.
Ρουφιάνευε όλο τον κόσμο.
Μισητός άνθρωπος.
Όταν ερχόταν οι Αμερικάνοι ναύτες ψάχνανε τα μπουρδέλα της Λεμονιάς.
Ρωτάγανε τα παιδιά που παίζανε στην πλατεία και τους δείχνανε το σπίτι του χαφιέ.
«Στηνόταν κάτι αραπάδες δύο μέτρα στην ουρά έξω από το σπίτι του χαφιέ και περίμεναν τη σειρά τους.
Χτύπαγαν την πόρτα και όταν έβγαινε ο χαφιές γινόταν χαμός» μου έλεγε ο Μιχάλης .
Εκεί σε αυτήν την πλατεία ιδρύθηκε ο ΑΟ Κέρκυρα και εκεί πρέπει να στηθεί η προτομή του Μιχάλη, ενός δικού μας ανθρώπου που σημάδεψε το ποδόσφαιρο.
Ο Μιχάλης έγινε ένας από του σπουδαιότερους ποδοσφαιριστές της Κέρκυρας .
Στο ταπετσιερικό του ήταν κορνιζαρισμένες όλες οι μεγάλες στιγμές και οι διακρίσεις μιας άγνωστης σε αρκετούς ιστορίας.
Η πρώτη αμοιβή του ποδοσφαιριστή τότε ήταν μια μοσχαρίσια μπριζόλα.
Μούλεγε με τι λαχτάρα περιμένανε αυτή την μπριζόλα.
Μια φορά πήγανε να παίξουν στο Αγρίνιο και βρήκανε τον Πουτσαντσίνι κρυμμένο σε μια βάρκα του φέρυ μποτ.
Τον έψαχνε στην Κέρκυρα ο πατέρας του με την αστυνομία. Τον δέσανε σε ένα κατάρτι και τον στείλανε πίσω.
Στο ταπετσιερικο του Μιχάλη ερχόταν μερικές φορές και η Ρένα Βλαχοπούλου. Καθόταν με το πλεχτό της σε μια καρέκλα και μας έλεγε ιστορίες από την ζωή της.
Δεν θέλω να αναφερθώ σήμερα στις φάρσες που οργανώναμε, όχι διότι η στιγμή δεν είναι κατάλληλη αλλά διότι η απώλεια μου ήρθε ξαφνικά και δεν τα έχω μαζεμένα.
Κάποια στιγμή υπόσχομαι να γράψω για την ζωή του Μιχάλη και της γενιάς του .
Του Μιχάλη , πλέον, δεν του χρειάζεται αλλά μας χρειάζεται εμάς και χρειάζεται και στους επόμενους.
*ο Σταμάτης Κυριάκης εκτός από συν/χος μεταλλεργάτης που αυτοπροσδιορίζεται, είναι λαογράφος λογοτέχνης

Παρασκευή 19 Αυγούστου 2022

ΟΙΚΟΣ ΕΥΓΗΡΙΑΣ ΚΥΘΗΡΩΝ *

 




- Ίδρυση

Την απόφαση για τη δημιουργία του Οίκου Ευγηρίας ενίσχυσαν αλλά και επέτρεψαν να υλοποιηθεί, οι δωρεές ακινήτων ή χρημάτων των: παιδιών του Γεωργίου Κασιμάτη (Βασιλείου, Γρηγορίου, Αντωνίου και Ελένης), Λεων. Μεγαλοκονόμου, Κληρ. Μανωλάτου, Μ.Κιτσογιαννοπούλου, Σοφίας Αρώνη, Σπ.Σουρή, καλ.Καστρισίου, Σοφίας Σαριγιάννη, Γ.Καστρισίου, Αφών Παναρέτου, Μαρ.Μαυροπούλου, Φρόσως Καρύδη, Σταμ.Ζαντιώτη, Μηνά Μυλωνοπούλου και άλλων πολλών. Το 1967 άρχισαν οι οικοδομικές εργασίες ανέγερσης του κτιρίου στο Ποταμό Κυθήρων, σε οικόπεδο δωρεάς Κασιμάτη. Το διώροφο κτίριο περατώθηκε το 1975 και άρχισε να λειτουργεί από τον Αύγουστο του ιδίου έτους, αρχικά με 12 τροφίμους.

 

- Ιστορικό του κληροδοτήματος Γεωργίου Σκλάβου

Ο συμπατριώτης μας Γεώργιος Σκλάβος, με την από 12/7/1946 διαθήκη του, άφησε εντολή στη σύζυγό του, μετά το θάνατό του, να μεταβιβάσει στην Κυθηραϊκή Αδελφότητα Κουηνσλάδης το ½ εξ αδιαιρέτου των δύο συνεχόμενων ακινήτων του Atlas και Star στην πρωτεύουσα της Κουηνσλάδης Brisbane  (οδός Adelaide 127), με την ειδική εντολή να ιδρύσει από τα εισοδήματα των ακινήτων αυτών «σανατόριο» στα Κύθηρα.

Ο Γ. Σκλάβος απεβίωσε το 1952 και το ½ των ακινήτων μεταβιβάστηκε στην Κυθηραϊκή Αδελφότητα ως «Εμπιστευματοδόχο» (Trustee) για τη διαχείριση των ακινήτων και την εκτέλεση της εντολής του Σκλάβου. Αυτό ήταν το «Κληροδότημα Σκλάβου». Τη διαθήκη προσέβαλαν οι συγγενείς του αείμνηστου Σκλάβου στα αυστραλιανά δικαστήρια με το αίτημα της ακύρωσης της διάταξης του κληροδοτήματος, φθάνοντας μέχρι το Ανώτατο Δικαστήριο Αυστραλίας στο Σύδνεϋ. Η αυστραλιανή Δικαιοσύνη απέρριψε το αίτημα των συγγενών και έσωσε το κληροδότημα υπέρ των Κυθήρων. Από τότε, πέρασαν πολλά χρόνια άπρακτα, χωρίς η Κυθηραϊκή Αδελφότητα να προχωρεί στην εκτέλεση της θέλησης του Γ. Σκλάβου. Εντωμεταξύ, με την οριστική καταπολέμηση της φυματίωσης, δε χρειαζόταν σανατόριο, αλλά ούτε νοσοκομείο αφού ήδη υπήρχε.


Στο τέλος της δεκαετίας του 1960, πρόεδροι και μέλη του Δ.Σ. της Αδελφότητας της Κουηνσλάνδης δέχθηκαν να ενισχύσει η τελευταία το υπάρχον Γηροκομείο,  διαθέτοντας από τα εισοδήματα του κληροδοτήματος τη δαπάνη για την ανέγερση πτέρυγας κατακοίτων. Η ανέγερση της πτέρυγας κατακοίτων άρχισε, αλλά η Κυθηραϊκή αδελφότητα, αφού έστειλε ένα μικρό ποσόν, σταμάτησε. Η πτέρυγα τελείωσε με τη μεγάλη προσφορά 15.000.000 δρχ. του αείμνηστου Θεόδωρου Σουρή και με χρηματοδότηση του Τριφυλλείου Ιδρύματος. Εντωμεταξύ ο και τότε Πρόεδρος του Ιδρύματος Καθηγητής Γ. Κασιμάτης, μαζί με τον Γεν. Γραμματέα αείμνηστο Δημήτριο Κόμη κατέβαλαν συνεχείς προσπάθειες, ακόμη και με ειδικό ταξίδι του Προέδρου στο Brisbane, για να μεταπεισθεί η διοίκηση της Αδελφότητας να συνεχίσει τη βοήθεια προς το Γηροκομείο. Άοκνες προσπάθειες κατέβαλε και ο αείμνηστος Γρηγόρης Κασιμάτης, ο οποίος έκανε για το σκοπό αυτόν και ταξίδι στο Brisbane. Λόγω της σχέσης του με το Γρηγόρη Κασιμάτη, αναμίχθηκε στις προσπάθειες αυτές με ιδιαίτερο ζήλο και ο κ. Γεώργιος Χατζηπλής, κάτοικος Σύδνεϋ, νυμφευμένος με Κυθηρία και με πάθος φιλοκυθήριος.

Όλες οι προσπάθειες, προσκρούοντας στην επίμονη άρνηση της Διοίκησης της Αδελφότητας,  απέβησαν άκαρπες. Το Ίδρυμά μας τότε είχε πλήρη οικονομική αδυναμία ανάληψης των δαπανών προσφυγής στα αυστραλιανά δικαστήρια. Τότε ο κ. Χατζηπλής προσφέρθηκε να εγγυηθεί με 100.000 δολάρια την ανάληψη από ένα από τα μεγαλύτερα δικηγορικά γραφεία της Αυστραλίας της δικαστικής επιδίωξης να στέλνονται τα εισοδήματα από το Σκλάβειο Κληροδότημα στο Γηροκομείο. Η δίκη έγινε στο Brisbane το 1973 με προσωπική παράσταση ως μάρτυρα του Προέδρου του Ιδρύματος Γ. Κασιμάτη. Στην άριστα προετοιμασμένη δίκη, το Ίδρυμα μπόρεσε να πείσει το δικαστήριο ότι η εκπλήρωση της βούλησης του διαθέτη να γίνει «σανατόριο» στα Κύθηρα είναι ανέφικτη, γιατί δεν είναι αναγκαίος πια ο κλάδος αυτός περίθαλψης, ούτε νοσοκομείο μπορεί να γίνει, γιατί υπάρχει το κρατικό Τριφύλλειο Νοσοκομείο. Το δικαστήριο επείσθη επίσης: ότι η περίθαλψη γερόντων είναι αναγκαία για το νησί, ότι η πτέρυγα κατακοίτων που είχε ανεγείρει το Ίδρυμά μας έχει τις πιο σύγχρονες διεθνώς προδιαγραφές και ότι το Τριφύλλειο Ίδρυμα, λόγω του κοινωφελούς του έργου, είναι υψηλής αξιοπιστίας Ίδρυμα. Έτσι, το Δικαστήριο, αφού έκανε επιπλέον και έλεγχο των βιβλίων της Αδελφότητας και διαπίστωσε κακή διαχείριση, αφαίρεσε την ιδιότητα «εμπιστευματοδόχου» από την εν λόγω Αδελφότητα και την έδωσε στο Τριφύλλειο Ίδρυμα, με την εντολή τα εισοδήματα του Κληροδοτήματος Σκλάβου να διατίθενται για το Γηροκομείο Κυθήρων. Σε ερώτημα του Δικαστηρίου προς τον παρευρισκόμενο Πρόεδρο του Ιδρύματος, αν το Τριφύλλειο Ίδρυμα επιθυμεί τη συνέχιση της δίκης και την ποινική καταδίκη της Διοίκησης της Αδελφότητας για κακή διαχείριση (σημειωτέον δε βρέθηκαν παλαιά εισοδήματα), δόθηκε αρνητική απάντηση.

Η συνέχεια είχε και πάλι προβλήματα. Ο συνιδιοκτήτης κατά το ½ του κτηρίου του Κληροδοτήματος και πρώην Γραμματέας κ. Patty ηρνείτο συστηματικά στην επισκευή του, το οποίο ήταν ήδη παλιό, με αποτέλεσμα να το εγκαταλείψουν οι μισθωτές και να μην αποδίδει εισόδημα. Ο κ. Χατζηπλής προσέφερε και πάλι τη βοήθειά του.  Με πληρεξούσιο του Δ.Σ. του Ιδρύματός μας (με Πρόεδρο τότε τον αείμνηστο Καθηγητή Γιάννη Στρατηγό), εζήτησε από το Δικαστήριο τον πλειστηριασμό του όλου κτηρίου, λόγω της επιβλαβούς για το ακίνητο στάση του συνιδιοκτήτη του. Η έγκριση δόθηκε και ο πλειστηριασμός έλαβε χώρα στις 30.9.1999. Ο κ. Χατζηπλής, εκπροσωπώντας το Ίδρυμά μας, παρέστη στον πλειστηριασμό και αιφνιδιάζοντας τους λοιπούς ενδιαφερομένους, προέβη στην πρώτη και τελευταία προσφορά και αγόρασε ολόκληρο το κτήριο για λογαριασμό του Τριφυλλείου Ιδρύματος στην πολύ χαμηλή τιμή των 1.225.000 δολαρίων Αυστραλίας.

Ακολούθως, ο κ.Χατζηπλής προέβη, με προσωπική επίβλεψη, στη συνένωση των δύο χωριστών κτηρίων και στη ριζική ανακαίνισή του και το μίσθωσε για λογαριασμό του Ιδρύματος. Έτσι, ολόκληρο το κτήριο του Γεωργίου Σκλάβου ανήκει πια στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητα του Τριφυλλείου Ιδρύματος Κυθηρίων. Η διαχείρισή του έχει ανατεθεί σε ιδιωτικό γραφείο διαχειρίσεων, υπό τον έλεγχο γραφείου Ορκωτών Ελεγκτών στο Brisbane, σε συνεργασία με το Γραφείο Ορκωτών Ελεγκτών στην Αθήνα του συμπατριώτη μας Γεωργίου Κασιμάτη (Δρυμωνιάτη), που ασκεί τον έλεγχο του Ιδρύματός μας. Ο κ. Χατζηπλής είναι «εμπιστευματοδόχος» με βάση απόφαση του δικαστηρίου, του κληροδοτήματος Σκλάβου, που αποτελείται πια -μετά την αγορά του όλου ακινήτου από το Τριφύλλειο- από το ποσό των 650.000 δολ. Αυστραλίας, όσο ήταν το αντίτιμο της αγοράς του  ½ του κτηρίου του Σκλάβου. Σήμερα, γίνεται η προσπάθεια από τους αντιπροσώπους του Ιδρύματος στην Αυστραλία να απαλλαγεί το Τριφύλλειο Ίδρυμα από επιβολή φόρου εισοδήματος.


* Οι πληροφορίες έχουν αντληθεί από τον ιστότοπο του Τριφύλλειου Ιδρύματος Κυθηρίων

Πέμπτη 18 Αυγούστου 2022

Ο ΚΑΦΕΣ ΤΩΝ ΑΝΑΜΝΗΣΕΩΝ (ΘΙΑΚΙ) του Γιάννη Καραντζή*

 



Τακτοποιούσα τις προάλλες την αποθήκη του πατρικού μου σπιτιού και ανέσυρα στην επιφάνεια δυο παλιά απαραίτητα σύνεργα για την παρασκευή του ελληνικού καφέ, το καβουρδιστήρι και τον «μύλο» του καφέ.

Αυτά τα δύο πολύτιμα εργαλεία της παρασκευής του καφέ βρίσκονταν σε κάθε σπίτι εκείνης της εποχής, γιατί ελάχιστοι αγόραζαν αλεσμένο καφέ. Τον αγόραζαν πάντοτε σε σπόρους, τον καβούρδιζαν με το καβουρδιστήρι στη φωτιά του τζακιού και τον άλεθαν στη συνέχεια με τη χειροκίνητη μηχανή, τον «μύλο», σκορπίζοντας αυτήν τη χαρακτηριστική μυρωδιά στην ατμόσφαιρα του σπιτιού, η οποία παρέμενε για αρκετή ώρα.
Αυτή η χαρακτηριστική μυρωδιά του φρεσκοκαβουρδισμένου καφέ μόλις γινόταν αντιληπτή από δύο αξιαγάπητες γειτόνισσες, περασμένης τότε ηλικίας, κατέφθαναν για να απολαύσουν τον καφέ που παρασκεύαζε η μάνα μου. Κρατούσαν το φλιτζάνι με το πιατάκι ψηλά, στον μέσον περίπου του στήθους και ρουφούσαν τον καφέ γουλιά-γουλιά. «Να αγιάσουν τα χέρια σου, με τον υπέροχο καφέ που έφτιαξες», ψέλλιζαν καθώς απολάμβαναν τον καφέ τους που τον συνόδευαν με μια μικρή κόρα ψωμιού και συμπλήρωναν, «Βλέπεις εσύ δεν νοθεύεις τον καφέ με ρεβίθι, γι’ αυτό έχει αυτήν την υπέροχη γεύση».
Πέρασαν χρόνια από τότε και αυτά τα αξιοθαύμαστα εργαλεία του καφέ αποσύρθηκαν. Ο ελληνικός καφές αγοράζεται αλεσμένος, οι ποικιλίες του πλήθυναν και η απόλαυσή του γίνεται κατά το πλείστον στις καφετέριες που τις συναντάς σε κάθε γειτονιά.

*Θιακός δάσκαλος που υπηρέτησε από όλες τις θέσεις την εκπαίδευση, πρώην επίκουρος καθηγητής Παν. Πάτρας

Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΣΑΝ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ του Γρηγορίου Ξενόπουλου*

 



«Γρήγορα έπιασα φιλίες με φοιτητές κάθε σχολής και κάθε χρόνου — από πρωτοετείς ως τελειόφοιτους — κι είχα πάντα μια μεγάλη παρέα και στα Προπύλαια, και στο εστιατόριο, και στο καφενείο, και στον περίπατο. Με διάλεγαν και τους διάλεγα. Από διάφορες επιστήμες είχαμε κάτι κοινό μας ένωνε: την αγάπη μας και την κλίση μας στα γράμματα και στη λογοτεχνία.

Έτσι όλοι μου σχεδόν οι φίλοι ήταν μέλλοντες λόγιοι, ποιητές και διηγηματογράφοι σαν και μένα. Μερικοί μάλιστα, μεγαλύτεροί μου, ήταν κι από τότε: είχαν τυπώσει κιόλα την πρώτη λυρική συλλογή.
Τρώγαμε σ’ ένα μικρό εστιατόριο, στο ισόγειο ενός μεγάλου σπιτιού, οδός Ακαδημίας και Λυκαβηττού. Το είχε κάποιος Λευκάδιος κυρ-Φίλιππας λεγόμενος, και το έλεγε «Ξενοδοχείον η Λευκάς».
[…]
Κάπου - κάπου για ποικιλία, ίσως και για οικονομία τρώγαμε το βράδυ και στο μπακάλικο του Γεωργαντά —στο οτέλ μπακαλίκ, όπως λέγαμε. Αντίθετα, κάπου-κάπου— και συνήθως τις πρώτες μέρες του μήνα που τα είχαμε μπόλικα — τρώγαμε «μεγαλοπρεπέστατα στου Πελοπίδα, στην οδόν Ερμού ή στο «ρεστωράν ντ΄ Ορόπ» στην πλατεία του Συντάγματος. Σ’ αυτά τα εστιατόρια πολυτελείας πληρώναμε τρεις δραχμές την καθισιά μας — εκεί που στου κυρ Φίλιππα πληρώναμε …65 λεπτά ως μια δραχμή. Λέγαμε πως άξιζε μια φορά τόσο, «να τρώμε και σαν άνθρωποι», με μαυροντυμένα γκαρσόνια, λινά τραπεζομάντιλα, επάργυρα σερβίτσια και λουλούδια στη μέση του τραπεζιού.
Ας είναι εγώ «σαν άνθρωπος» έτρωγα μόνο κάθε Κυριακή στου Διογενίδη.
Με την καλή αυτή οικογένεια είχαμε παλιά και μεγάλη φιλία. Πριν παντρευτούν ακόμα, ο πατέρας μου ήταν στενός φίλος του Διογενίδη στην Αθήνα, κι η μητέρα μου φίλη της Διογενίδαινας στην Πόλη. Η φιλία ανανεώθηκε στη Ζάκυνθο, όταν ο Διογενίδης, Αχιλλεύς το μικρό του όνομα — ήταν εκεί προέδρος των Πρωτοδικών. Όταν ήρθα φοιτητής στην Αθήνα, είχε πια αποσυρθεί από την υπηρεσία — αφού έκαμε κι εφέτης στην Πάτρα — δικηγορούσε, και καθόταν στην οδό Φειδίου.
Εκεί έκαμα μια από τις πρώτες μου επισκέψεις.
Μου έκαμαν την πιο θερμή υποδοχή και μου απαίτησαν να προγευματίζω μαζί τους κάθε Κυριακή και μεγάλη γιορτή. Εκεί, που λέτε, γουστάριζα καλό φαΐ σπιτίσιο, και πολίτικο μάλιστα, γιατί η Διογενίδαινα ήταν πολίτισσα σαν τη μητέρα μου. Αργότερα θα ξαναϊδούμε την οικογένεια, γιατί η μεγάλη κόρη του Διογενίδη στάθηκε η πρώτη μου γυναίκα κι απ’ αυτήν είχα το πρώτο μου παιδί.
Εδώ, όμως, θα περιοριστώ στα φοιτητικά. Ο Διογενίδης είχε αναλάβει τότε και μιαν άλλη φροντίδα για μένα: Επειδή ήμουν σπάταλος κι έκανα πολλά περιττά έξοδα, στο τέλος του μηνός δεν είχα, ούτε για τ’ αναγκαία, και δανειζόμουνα από φίλους μου ή έτρωγα στου κυρ-Φίλιππα βερεσέ. Τα ’μαθε αυτά ο πατέρας μου - δεν του άρεσαν αυτά, α, ήταν πολύ τυπικός, δε θυμούμαι να δανείστηκε ποτέ στη ζωή του ή να πήρε πράγμα βερεσέ — παρακάλεσε τον παλιό του φίλο να στέλνει σ ’ αυτόν τα χρήματά μου δυο και τριών μηνών μαζί, και να μη μου δίνει τα ορισμένα κάθε πρωτομηνιά. Αλλά ούτε αυτό άλλαξε την κατάσταση. Γιατί όσο αυστηρά κι αν κρατούσε την εντολή ο Διογενίδης — άλλος τυπικός άνθρωπος, χρυσό να τον έκανα, κρεμασμένο να μ ’ έβλεπε, δεν εννοούσε να μου δώσει πεντάρα στο μέσο του μηνός. Εγώ άμα βρισκόμουν στα στενά, κατάφευγα πάλι στα δανεικά και στα βερεσέδια. Έτσι τα οικονομικά μου ήταν πάντα σε άθλια κατάσταση. Κάθε μήνα είχα έλλειμμα που το σκέπαζα από το επίδομα του επόμενου. Και το έλλειμμα του τελευταίου το πλήρωνε θέλοντας και μη ο καημένος ο πατέρας μου. Το Μάη συνήθως του έγραφα: «Στείλε μου 50 δραχμές να πληρώσω όπου χρωστώ, γιατί αλλέως είναι αδύνατο να φύγω». Και μου έστελνω. Αμανάτι θα μ’ άφηνε στην Αθήνα;
Ο συμπατριώτης μου, συμφοιτητής μου και αγαπημένος φίλος Γεώργιος Κλαυδιανός — ο σπουδαίος κατόπι μαθηματικός, που πέθανε εκατομμυριούχος — δεν είχε ούτε τόσες. Αμφιβάλλω αν ο πατέρας του του έστελνε καμιά πενηνταριά κάθε μήνα. Ο Λομπάρδος, υπουργός τότε της Παιδείας, τον είχε βάλει σ’ ένα μισοϋπόγειο του Γυμνασίου της Πλάκας να κατοικεί δωρεάν. Προγύμναζε και μαθητές στα μαθηματικά, που και τότε ήταν τόσο δύσκολα για τα περισσότερα παιδιά όσο και σήμερα. Και τα κατάφερνε τόσο καλά, ώστε όχι μόνο δε στερούσε τον ευαυτό του από τίποτα, αλλά κι όταν δεν είχα λεφτά, ο φτωχός Κλαυδιανός είχε να με δανείζει! Μα γι αυτό έκαμε εκατομμύρια, ενώ εγώ, όσα κι αν είχα στη ζωή τα σπαταλούσα πάντα, όπως και τις 150 δραχμές, που μου έστελνε το σπίτι μου όταν ήμουν φοιτητής… Δεν ήθελα ξύλο;»
ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ(1867-1951), «Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΣΑΝ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ», Εφημερίδα «ΑΘΗΝΑΙΚΑ ΝΕΑ» 1938-1939

* ''τη φροντίδι'' Διονυσίου Βίτσου εκδότη/λογοτέχνη

Η ΣΤΑΦΙΔΑ ΠΟΥ ΛΙΑΖΕΤΑΙ ΣΤΟ ΤΖΑΝΤΕ

 



«Όση σταφίδα λιάζεται τον Αύγουστο στ'αλώνια,

τόσα βυζιά χαϊδεύονται τη νύχτα, κάτω από τα σεντόνια»


Από την ζακυνθινή καντάδα ''Βαρβαρούλα'' που ανέσυρε η τζαντιώτισσα Τίνα Σούλη

Τρίτη 7 Δεκεμβρίου 2021

VOX IN RAMA του Δημήτρη Βαρνάβα*


Πάπας Γρηγόριος 9ος

 Οι εμμονές και οι ιδεοληψίες ορισμένων ηγετών, ιδιαίτερα εκείνων που προσδίδουν στον εαυτό τους χαρακτηριστικά αυθεντίας, είναι δυνατόν να προκαλέσουν τεράστια δεινά και ανεπανόρθωτες καταστροφές.

Ήταν 13 Ιουνίου του 1233 όταν ο Πάπας Γρηγόριος ο 9ος εξέδωσε την παπική βούλα «Vox in Rama».

Η παπική βούλα έβαζε στο στόχαστρο τις γάτες ως πλάσματα του εωσφόρου. Το διάταγμα επιδόθηκε στον βασιλιά Ερρίκο Ζ’ της Γερμανίας, γιο του Φρειδερίκου Β’, αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, με εντολή να εφαρμοστεί άμεσα.

Κανείς δεν τόλμησε να αμφισβητήσει την αυθεντία του ιεράρχη.

Όμως θανατώνοντας τις γάτες αυξήθηκε κατακόρυφα ο πληθυσμός των αρουραίων, με αποτέλεσμα να μεταδώσουν στους ανθρώπους την πανώλη που σκόρπισε τον όλεθρο, εξαφανίζοντας περί το 1/3 του πληθυσμού της Ευρώπης.  Από 85 περίπου εκατομμύρια, ο πληθυσμός της Ευρώπης μειώθηκε σε 30.

Ο μεσαίωνας παρήλθε και σε ζητήματα δημόσιας υγείας το λόγο έχει πλέον η επιστήμη, στην οποία εκκλησία και πολιτική ηγεσία οφείλουν να δείχνουν εμπιστοσύνη.

Συμβαίνει όμως κάτι τέτοιο στα καθ΄ ημάς;  

Δυστυχώς όχι. Η εκκλησία δυσκολεύεται ή και αρνείται να συμβιβαστεί με τις προτροπές των επιστημόνων για τον εμβολιασμό και τήρηση κανόνων δημόσιας υγείας  στις εκκλησίες. 

Και βέβαια συστατικό στοιχείο της αυθεντίας είναι το αλάθητο.

Είτε πρόκειται για το αλάθητο του Πάπα, είτε για το αλάθητο του οιουδήποτε άλλου...

 

* οφθαλμίατρος , μέλος Δ.Σ. του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου

Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 2021

ΚΟΡΦΙΑΤΙΚΟΣ ΓΑΛΟΣ ΜΕ ΣΟΥΠΑ ΑΥΓΟΛΕΜΟΝΟ



 Μερικές δεκαετίες νωρίτερα η κατανάλωση του κρέατος στις περισσότερες οικογένειες συνέβαινε σπάνια και σε μεγάλες εορτές του χρόνου, αφού το σφάξιμο των οικόσιτων ζώων αποτελούσε κάποτε ιεροτελεστία και συμμετείχε όλη η οικογένεια. Ένα «ακριβό» φαγητό περιλάμβανε τα παλιά τα χρόνια, πέρα από πολλές επιλογές σε συνοδευτικά και καλό κρασί, γενναιόδωρη μερίδα κρέατος.

Στην Κέρκυρα όμως, δεσπόζουσα θέση στο τραπέζι των Χριστουγέννων, είχε το παραδοσιακό αυγολέμονο και ο γάλος. Σήμερα θεωρείται το απόλυτο χειμωνιάτικο παραδοσιακό και απολαυστικό φαγητό τις γιορτινές ημέρες και όχι μόνο.

Οι νοικοκυρές από νωρίς το πρωί φρόντιζαν να ξεκινήσουν το μαγείρεμα και την προετοιμασία του γιορτινού τραπεζιού, αφού δεν αποτελούσε εύκολη υπόθεση. Η οικογένεια μαζεύονταν γύρω από τη φωτιά και απολάμβανε την σπάνια ευκαιρία της κρεατοφαγίας.

Το μεσημέρι τα πιάτα γέμιζαν με μυρωδάτη αυγοκομμένη κοτόσουπα και καραμελωμένο γάλο ψημένο στο φούρνο, στα κάρβουνα ή στη γάστρα γεμιστό με κουκουνάρια, κάστανα και πολλά μυρωδικά. Συνοδεύεται συνήθως με πατάτες «σκαστές» και έχει καθιερωθεί ως το απόλυτο Κορφιάτικο έδεσμα των Χριστουγέννων.

Η παράδοση θέλει τη σούπα να σερβίρεται πηχτή, πράγμα που επιτυγχάνεται με μπόλικο παραβρασμένο σε ζωμό κότας ρύζι και κρέμα αυγολέμονο, ιδανικά φτιαγμένη με πολλά ντόπια αυγά. Στο τέλος προσθέστε στο πιάτο σας μαύρο πιπέρι και ξερό τυρί τριμμένο για ακόμα πιο έντονη γεύση!. To τραπέζι συμπληρώνεται ιδανικά με ντόπιο «μαύρο» κρασί και σπιτική συκομαϊδα.

Υλικά:

  • 1 κοτόπουλο ή μέρη από γαλοπούλα
  • 1 κούπα ρύζι
  • 2 αυγά
  • Μισή κούπα χυμό λεμόνι
  • Αλάτι και πιπέρι

Εκτέλεση:

  • Σιγοβράζουμε το κοτόπουλο ή την γαλοπούλα για περίπου 2 ώρες
  • Αφού βράσει, αφαιρούμε το κοτόπουλο/γαλοπούλα και κρατάμε το ζουμί. προσθέτουμε το ρύζι και το βράζουμε μέχρι να μαλακώσει
  • Χτυπάμε 2 ασπράδια μέχρι να γίνουν αφράτα και προσθέτουμε και τους κρόκους των αυγών ενώ συνεχίζουμε να χτυπάμε προσθέτουμε τον χυμό λεμονιού.
  • Σιγά σιγά αρχίζουμε να προσθέτουμε λίγο από τον ζωμό στο μίγμα με τα αυγά
  • Προσθέστε αρκετό ζωμό για να κάνει το μίγμα αυγών την ίδια θερμοκρασία με το ζωμό, αυξάνοντας σταδιακά τη θερμοκρασία στο μίγμα αυγών έτσι ώστε η σούπα να μην σβολιάσει
  • Μετά προσθέτουμε το μίγμα των αυγών στο ζωμό με το ρύζι, ανακατεύοντας συνέχεια
  • Αλάτι και πιπέρι για την νοστιμιά
  • Αφήνουμε την σούπα για 15 λεπτά. (προσοχή! Αν θέλετε να ξαναζεστάνετε την σούπα ΜΗΝ την βράσετε γιατί θα πήξουν τα αυγά.

Πηγή; sindetiras.gr