Τρίτη 27 Φεβρουαρίου 2018

ΤΟ ΦΥΛΑΧΤΟ του Μάκη Τζουγανάτου

Το μεγάλο δράμα ήταν το μπαρκάρισμα, ο αποχαιρετισμός πότε στο λιμάνι και πότε στο Αεροδρόμιο. Μόλις κατέβαινε η βαλίτσα της Σιγκαπούρης από το πατάρι άρχιζαν τα δάκρυα πότε κρυφά και πότε φανερά. 
Μάνα -πατέρας-Γυναίκα-παιδιά και η Νόνα, όλοι κρεμόντουσαν στο λαιμό σου με μάτια βουρκωμένα ,λες και θα έφευγες για πάντα ,δεν θα σε ξαναβλέπανε ,τα παιδιά μικρά έως μωρά ,ίσως να μην καταλάβαιναν μα έβλεπαν τους άλλους και έκλεγαν και αυτά μαζί.
Η Μάνα με επιμέλεια είχε φτιάξει το χειροποίητο Φυλαχτό με χώμα που είχε πάρει από την κρύπτη του Αγίου Γερασίμου και ήτο χρυσοκεντημένο με έναν κόκκινο σταυρό σε κάθε όψη. 





-Να πάρτο παιδί μου να σε φυλάει και με μια παραμάνα το κρέμασε στην μέσα τσέπη του σακακιού μου!
Από την ώρα εκείνη μου φαινότανε πως γινόμουνα άλλος άνθρωπος ,σαν να κρατούσα πιστόλι-όπλο ήμουν δυνατός και το έσφιγγα με το μπράτσο μου, χτυπούσε η καρδιά μου , την άκουγα. ήταν η δύναμή του ;;;

 ΄Έφυγα !!!
Μέρα νύχτα το φορούσα στην δουλειά στην βάρδια ,στο ματσακόνι, στην κουβέρτα, στην σκαλωσιά στην Μάσκα ,στην Καντιλίτσα στο άλμπουρο στα μπάρ με τα κορίτσια, ποτέ δεν το έβγαζα.

 Μαζί του πέρασα Αγέρηδες-Φουρτούνες και μπουνάτσες.! 
Μα ήρθε η κακιά ώρα που ο Καπετάνιος στις 01,30 φώναξε από τα μεγάφωνα:

...όλοι στις βάρκες με τα σωσίβια !!!


 Συγχρόνως χτύπησε συναγερμός με τα κουδούνια, ανατριχίλα και σπουδή, κλάματα-μοιρολόγια. Βρέθηκα με τον Καμαρότο στο Deck της Τσιμινιέρας, εκεί ο μπάρμπας Μηνάς ένας Θερμαστής από του Παξούς είχε αγκαλιάσει έναν ανεμοδόχο και έκλαιγε ! 

-έλα μπάρμπα του λέει ο Καμαρότος πάμε στην βάρκα ,σύρετε ,παιδιά μου εγώ δεν ξέρω μπάνιο, θα πάω μαζί με δαύτο και φώναζε ,Χρυσή μου δεν θα σε ξαναδώ αλλά το έλεγε έτσι που προκαλούσε το γέλιο ! Ένας κρότος βαρύς ακούστηκε ! το πλοίο κόπηκε, μπατάρισε από το μινεράλι όταν δόθηκε το σύνθημα να πέσουμε στην θάλασσα ,είπα Βόχτα Μάνα μου ,έσφιξα το φυλαχτό και φουντάρισα !!!
 Φοβερές στιγμές ,ανατριχίλας 
Κρύα τα νερά!!!
Σαν χάραξε ψαχνόμαστε ,μια βάρκα αναποδογυρισμένη το πλωριό κομμάτι είχε σχεδόν βυθιστεί ίσα -ίσα φαινότανε ,ενώ το πρυμιό εξηφανίσθη.
Πριν την δύση του ηλίου μας μάζεψε το Ρώσικο ψαράδικο ανοικτής θαλάσσης <<Καπεταν Γκαντεμιρ>>έλειπαν όμως οκτώ αυτοί δεν ήλθαν ποτέ μαζί μας.Για μας που σωθήκαμε υπήρχε Θεός !!! γι αυτούς που πνίγηκαν ;;;
 (Ειρηνικός-Ανοικτά της Χιλής-!1968 M/V PERLA >M> !!) Ο καθένας με την κρίση του !!!

Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2018

Ο ΜΑΒΙΛΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΤΕΣ ΕΡΓΟΛΑΒΟΙ του Γ.Σκλαβούνου

Όσο υπάρχουν Βαλανιδιές που αρνούνται να προσκυνήσουν μανιτάρια…

Kατά τα λεγόμενα, ο επάνω δεύτερος από δεξιά με την ομπρέλα είναι ο Μαβίλης
όπως σημειώνει ο Δημήτρης Κονιδάρης


Ο Λ. Μαβίλης δεν υπήρξε ο απόμακρος διανοούμενος , ο διανοούμενος που ζούσε κλεισμένος στο γυάλινο πύργο του, το γυάλινο πύργο της συντροφιάς του, αφιερωμένος στη ποίηση, στις σοβαρότατες μεταφράσεις του.
╬ Ήταν παρών στους καθημερινούς αγώνες της Κέρκυρας και με πράξη και με λόγο, προφορικό και γραπτό. Ήταν μπροστάρης στους εθνικούς αγώνες προσφέροντας το χρήμα του και το αίμα του. Ήταν παρών και μπροστάρης στους πνευματικούς αγώνες της πατρίδας του.
╬ Είχε επίγνωση της σημασίας της διασφάλισης της ταυτότητας της πόλης του, ταυτότητας αρχιτεκτονικής, πολιτιστικής. 
Γνώριζε ότι η ΠΟΛΗ ως δομημένο περιβάλλον , ως πολεοδομία ,ως αρχιτεκτονική αισθητική, ως πλέγμα ιερών χώρων και χώρων αναψυχής, ως ιστορία και παράδοση αποτελεί, ΠΑΙΔΑΓΩΓΟ, των επερχομένων γενεών. Ως παιδαγωγό,ως Εστία,ως πνευματική και πολιτισμική τροφό ζει την πόλη και τη γη του ο Μαβίλης
Μια από τις μάχες που έδωσε ήταν η μάχη για τη διάσωση της Πόρτα Ριάλα.
Την μάχη αυτή την έδωσε μαζί με το Ντίνο Θεοτόκη.
►►Γνώριζε τη μοναδικότητα , γνώριζε την ομορφιά της Πόλης του. Μπορούσε να αναγνωρίζει και να σέβεται τη σημασία των Μνημείων της.
Ακόμη γνώριζε τη σημασία της διατήρησης της Μνήμης για τα άτομα και τους λαούς.
►►Βέβαια η ιστορία τον δικαίωσε με την αναγνώριση της Πόλης της Κέρκυρας ως Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς.
Ο Μαβίλης έχει επιστρέψει στη Κέρκυρα στα 1890. Η Πόρτα Ριάλα γκρεμίστηκε στα 1893.
●Το ποίημά του το αφιερωμένο στη Πόρτα Ριάλα αποτελεί μια αποκαλυπτική μαρτυρία
. Για τις πηγές της έμπνευσής του
. Για τη σχέση του με τους κοινωνικούς αγώνες και τα οργανωμένα συμφέροντα.
. Για τη σχέση του με τη παράδοση και το σεβασμό του στην Ιστορία του Τόπου του
και του κόσμου.
Βλέπει ότι στην εποχή του ... και μέχρι να πάρουν σάρκα τα όνειρά του οι < βαλανιδιές θα σκύβουν μπρος στα μανιτάρια…>
Παρόλα αυτά ούτε ιδιωτεύει ούτε συμβιβάζεται. Με το παράδειγμα της ζωής του, με το αίμα του και με το λόγο του μας δίνει άλλα πρότυπα ζωής άλλα πρότυπα συμπεριφοράς, μας προσφέρει και μας προτείνει άλλο νόημα και άλλες χαρές ζωής.
●Μας χαρίζει άλλα πρότυπα πνευματικής και πολιτικής ηγεσίας.
Μας διδάσκει ότι όσο υπάρχουν και βαλανιδιές που αρνούνται να προσκυνούν μανιτάρια, ο κόσμος , η μικρή μας χώρα, η Κέρκυρα, μπορεί να ελπίζει, μπορεί να αντιστέκεται , μπορεί να περνάει στη δημιουργική αντεπίθεση. Μπορεί να φιλοδοξεί να πρωτοστατήσει στην αναγέννηση και την ανασυγκρότηση της.
ΠΟΡΤΑ ΡΙΑΛΑ
Του Υπερανθρώπου, με τα δώρα τ' Αρη,
η ελπίδα στην καρδιά μας φλόγα ανάβει,
αχ! ώσπου σάρκα ο πόθος μας να λάβει,
το ιδρύ θα γέρνει ομπρός στο μανιτάρι.
Και σένα, αντρείας σύμβολο, σκουτάρι
της Λευτεριάς, σ’ εγκρέμισαν οι σκλάβοι
κ’ οι αδύνατοι, σ’ εφάγαν οι εργολάβοι,
σαν τα σκουλούκια το νεκρό λιοντάρι.
Πάει το θεριό, που μ’ ασκωμένο νύχι
γης κι ουρανό φοβέριζε, και οι τοίχοι
παν, πού μπαρούτι κ’ αίμα είχε τους βάψουν.
Να μπορούσαν να ζήσουν τούτοι οι στίχοι
όσο εσύ θάχε ζήσεις, να σε κλάψουν
και κείνους που σ’ εχάλασαν να κάψουν

Σάββατο 24 Φεβρουαρίου 2018

ΚΕΡΚΥΡΑΪΚΟ ΚΑΖΙΝΟ του Γεωργίου Σκλαβούνου

Από τις σελίδες της οικονομικής μας ιστορίας:
Ο Μαβίλης για την οικονομία του τζόγου.
Η οικονομία του τζόγου δεν είναι μόνο μοντέρνο φρούτο, έχει τις ρίζες της στο παρελθόν και ενδιαφέρουσες πτυχές στην τοπική οικονομική κοινωνική και πολιτική μας ιστορία.
...Σε "αναπτυξιακή" πρόταση δημιουργίας Καζίνο στην Κέρκυρα, από ξένη εταιρεία, είτε στον Αρκουδίλα, είτε στο Βόρειο συγκρότημα αντέδρασε πεισματικά ο Μαβίλης αλλά και ο Ντίνος Θεοτόκης. Άλλοι βλέπετε οι καιροί...
Η σύγκρουση πήρε σοβαρές διαστάσεις που οδήγησαν σε δημόσιο γιουχάϊσμα από «εξεγερμένους πολίτες» ενάντια στους δύο «εχθρούς του λαού»…
Σ’ αυτή τη σύγκρουση, η οποία αρχίζει από το 1900 και διαρκεί, απ’ ότι φαίνεται, τουλάχιστον μέχρι το 1904, καλοθελητές ενέπλεξαν εμμέσως και τον Πολυλά, ο οποίος ενεφανίσθη ότι στο τέλος του βίου του δέχθηκε να υποστηρίζει την οικονομία του τζόγου, γεγονός που διέψευσε κατηγορηματικά ο Μαβίλης. Βλέπετε ότι τότε στα Επτάνησα, η διανόηση είχε λόγο και μάλιστα καθοριστικό στην στρατηγική ανάπτυξης του Νησιού.
Σ’ αυτήν τη σύγκρουση χρωστάμε τα ενδεικτικά επιγράμματα του Μαβίλη με τίτλο ‘Ρολίνα’

« Για σένα αλήθεια ελύσιαξαν τσ’ ιντούστριας καβαλλιέρηδες παλιοί μπασταρδοκόντηδες και νιόπλουτοι σπιτσιέρηδες ».(1904).
«Απ’ τ' Αλεύκι
ως το Κασσώπι
μονάτο ζεύκι
και χαροκόπι.
Απ’ το Σιδάρι
στον Αρκουδίλα
ένα σουδάρι
από σαπίλα.».(1902.)
Οι περιοχές που αναφέρει ο Μαβίλης προτείνονταν τότε από το Δήμο Κερκυραίων!!! ως πιθανές για την αξιοποίησή τους με την εγκατάσταση Καζίνο.

ΚΑΡΑΒΙΑ του Ανδρέα Στάβερη Πολυκαλά


Αν δεις καράβι στη στεριά...

τι άραγε εκεί, το έχει σύρει ;

Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2018

Ο καπετάνιος του ΕΛΑΣ Λευκάδας Πάνος Γιαννούλης

Στη φωτογραφία διακρίνεται ο θρυλικός καπετάνιος του ΕΛΑΣ Λευκάδας και ένας από τους πρώτους αντάρτες στο νησί Πάνος Γιαννούλης. Είναι ο τρίτος από αριστερά που κάθεται. Οι υπόλοιποι είναι άγνωστοι. Η φωτογραφία είναι νομίζω αδημοσίευτη -πρέπει να έχει ανευρεθεί πρόσφατα- και βρίσκεται στο μουσείο λαϊκής παράδοσης και φωνογράφου στην πόλη της Λευκάδας. Ο ιδρυτής του μουσείου Τάκης Κατωπόδης (Ντελιμάρης) είναι συγγενής του Πάνου Γιαννούλη.
Ο Γιαννούλης  αναγκάζεται από το καλοκαίρι του 1941 ακόμη να βγει στο βουνό. Ένας από τους πρώτους Λευκαδίτες αντάρτες. Στην προσπάθειά του να βγάλει μια γραφομηχανή έξω από την πόλη της Λευκάδας συγκρούεται με μια ιταλική περίπολο, που θέλησε να του κάνει έρευνα, σκοτώνοντας με το πιστόλι του έναν Ιταλό και τραυματίζοντας δεύτερο. Ο ίδιος κατώρθωσε να διαφύγει. Αυτό ήταν το πρώτο αιματηρό επεισόδιο στο νησί που αναπτέρωσε το ηθικό του λαού. Στα μέσα περίπου του ‘42 η ΕΑΜική Αντίσταση στη Λευκάδα συγκροτεί την πρώτη ένοπλη ΕΛΑΣίτικη ομάδα με καπετάνιο τον Πάνο Γιαννούλη.
Ο Πάνος Γιαννούλης πήρε μέρος σε πολλές μάχες ενάντια στους Γερμανούς και τους ντόπιους συνεργάτες τους. Μεταξύ αυτών στη μεγάλη μάχη της Αμφιλοχίας -μια από τις μεγαλύτερες μάχες που έδωσε ο ΕΛΑΣ- ως διοικητής Λόχου του ΙΙΙ Τάγματος του 2/39 Συντάγματος (της VII Ταξιαρχίας), όπου είχαν καταφύγει και πολλοί άλλοι Λευκαδίτες ως αντάρτες στο μόνιμο ΕΛΑΣ. Ήταν το Τάγμα, που ενισχυμένο με ένα λόχο του I Τάγματος, διατάχθηκε τότε να ενεργήσει μέσα στην πόλη της Αμφιλοχίας και να την καταλάβει.
Μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας και εξαιτίας της τρομοκρατίας και των διωγμών σε βάρος των αγωνιστών που συμμετείχαν στο ΕΑΜικό κίνημα ο Γιαννούλης αναγκάζεται να ξαναβγεί στην παρανομία. Συγκροτεί και πάλι μαζί με μερικούς ακόμη διωκόμενους συντρόφους του ομάδα παράνομων αγωνιστών που μεγαλώνει με τον καιρό και το 1947 είναι μια αξιόλογη μονάδα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ) στη Λευκάδα. Την περίοδο 1946-1947 ιδρύεται το Αρχηγείο Ξηρομέρου-Λευκάδας του ΔΣΕ με αρχηγό τον ίδιο.
Στις αρχές του 1947 το μεγαλύτερο τμήμα της ομάδας του Γιαννούλη περνά στο Ξηρόμερο, κατόπιν εντολής του Γενικού Αρχηγείου του Δημοκρατικού Στρατού, με σκοπό τη δημιουργία αντάρτικου κινήματος στην περιοχή. Το τμήμα Γιαννούλη ενώθηκε με μια μικρή ομάδα που βρίσκονταν εκεί. Οι αντάρτες έχουν να αντιμετωπίσουν απαρχής ισχυρές δυνάμεις του κυβερνητικού στρατού ΜΑΥδες και χωροφύλακες. Κοντά στο χωριό Παλιάμπελα συγκρούονται με τις δυνάμεις αυτές, όπου συλλαμβάνεται αιχμάλωτος ο σύνδεσμος τους με το Γενικό Αρχηγείο του ΔΣΕ, ο οποίος υποκύπτοντας στα βασανιστήρια αποκαλύπτει στον εχθρό όλο το σχέδιο δράσης των ανταρτών. Οι αντάρτες υποχρεώνονται να χωριστούν σε μικρές ομάδες, από τις οποίες η μία ξαναπέρασε στη Λευκάδα, ενώ οι άλλες παρέμειναν στην Ακαρνανία. Μια από αυτές υπό τον Γιαννούλη τον Ιούνη του '47, στην προσπάθειά της να αποφύγει ένα κυβερνητικό απόσπασμα, έφτασε στο Άκτιο (Πούντα) και πρόβαλε άμυνα μέχρι τέλους. Ο Γιαννούλης έχασε τη ζωή του στην τελική προσπάθεια να διαφύγει με καΐκι. Μαζί του ήταν τότε οι συγχωριανοί μας (Αλεξανδρίτες) Τάσος Μανωλίτσης και ο ανηψιός του Γιώργος Μανωλίτσης που αιχμαλωτίστηκαν.
Στις 27/11/2016 έγιναν τα αποκαλυπτήρια της προτομής
στην πλατεία της παλιάς ΔΕΗ στη Λευκάδα,στον Άγιο Δημήτριο
με χορηγία του Ανδρέα Κατωπόδη (Ντελημάρη)
Βεβαίως χρειάστηκε η παλλαϊκή διαμαρτυρία ώστε οι προτομές 
να κοιτάνε στο πέρασμα και όχι σαν τιμωρία προς το Ιερό,
όπως είχαν αρχικά προσανατολιστεί!!!


Να πως έχει περιγράψει σε γραπτό του  ο συγχωριανός μας Τάσος Μανωλίτσης τις τελευταίες στιγμές με τον καπετάνιο Πάνο Γιαννούλη μετά τη μάχη στην Πούντα όπου και διαλύθηκε η ομάδα τους:
“… Στην προσπάθειά μας να αποφύγουμε τους διώκτες μας ο Πάνος Γιαννούλης, εγώ και ο ανηψιός μου ο Γιώργος πέσαμε στη θάλασσα έχοντας τον Γιώργο πάνω σε μια σχεδία από καλάμια, επειδή δεν ήξερε μπάνιο. Μετά από 17 ώρες, κι ενώ παρά λίγο να πνιγούμε, πέσαμε πάνω σε κυβερνητικά αποσπάσματα. Στην άνιση συμπλοκή που ακολούθησε σκοτώθηκε ο Πάνος Γιαννούλης, εγώ τραυματίστηκα και μαζί με τον ανηψιό μου Γιώργο πιαστήκαμε αιχμάλωτοι…»
Μια βδομάδα μετά τη μάχη του Ακτίου εκβράστηκε στην παραλία της Γύρας το πτώμα του Πάνου Γιαννούλη. Ο λαός της Λευκάδας θρήνησε τον καπετάνιο του και παρά την τρομοκρατία που επικρατούσε πάνω από δυο χιλιάδες πολίτες τον συνόδεψαν στην κηδεία του.
πηγή: nikiana.wordpress.com και kolivas.de

Δευτέρα 19 Φεβρουαρίου 2018

ΟΙ ΚΛΑΜΠΑΝΑΡΟΙ ΤΗΣ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ του Διον.Φλεμοτόμου

Στη Ζάκυνθο η κάθε γιορτή, η κάθε τελετή έχει το δικό της σένιο. 
Οι κλαμπανάροι το γνωρίζουν άριστα και ανάλογα χτυπούν τις καμπάνες, για να ειδοποιήσουν τον κόσμο. Χαρακτηριστικά είναι τα καθημερινά, εσπερινά και πένθιμα σένια της Μεγάλης Σαρακοστής. Δίνουν το δικό τους τόνο στην προπαρασκευαστική αυτή περίοδο. 




Ο ποιητής Ιωάννης Τσακασιάνος χαρακτηριστικά τα απαθανατίζει στους περίφημους και μοναδικούς "Σπουργίτες" του:

"Και πού θ' ακούσουν το στερνό τ' απόγιομα τ' αυτιά μου
το θλιβερό καμπάνισμα αφ' τη Μερτιώτισσά μου;"

ΜΠΑΡΜΠΟΥΤΑ ΜΠΑΟΥΤΑ ΜΟΡΕΤΑ ΜΑΣΚΑ

«Τη χρησιμοποιούσανε, όχι μονάχα στο καρναβάλι, μα ολοχρονικίς. 
Το έθιμο είναι βέβαια βενετσιάνικο, μα θαρρώ πως οι βαθύτερες ρίζες του βρίσκονται στην Ανατολή. Το «μασκάρεμα » με τη μπαούτα χρωστιέται σίγουρα στην ίδια διάθεση πού γέννησε και το φερετζέ. 
Σ’ έναν τόπο τόσο μικρό, όπως η Ζάκυνθος, η ελευθερία πού έδινε η μάσκα στην «κυκλοφορία» μιας γυναίκας είναι αρκετά προβληματική. Το καρναβάλι βέβαια, όπου πλούσιες και φτωχές, λαϊκές κι αρχόντισσες φορούσαν ένα μαύρο ντόμινο, τα πράματα μπερδεύονταν περισσότερο.
Πρώτα-πρώτα όμως το καρναβάλι στο 16ο αιώνα δεν έχει ακόμα ολότελα θεριέψει σα θεσμός στο Τζάντε. Οι πηγές αναφέρουν χορούς μασκέ από τις αρχές κιόλας τής Βενετοκρατίας. Μα η μεγάλη εποχή του ζακυνθινού καρναβαλιού είναι ό 18ος και προ παντός ο 19ος.

Ένα πράμα πρέπει να τονίσουμε ιδιαίτερα : Η μάσκα γενικά, σε γυναίκες και άντρες, επιτρεπόταν τον καιρό των Βενετσιάνων «κατά πάσαν ώραν του έτους και της ήμέρας». 'Ασχετα αν κάποτε, «λόγω έπισυμβάντων σκανδάλων, απηγορεύθη αυστηρώς (...) διά τους επαίτας και τους κατά την νύκτα περιπλανωμένους» (Ζώη: «Λεξικό Ζακύνθου», σελ. 83).
.
Στη Βενετία κατά το 18ο αιώνα η μάσκα «δεν ήταν μονάχα ένα καρναβαλίσιο έξάρτημα, ένα πρόσκαιρο (εποχιακό) στολίδι. Αποτελούσε κι ένα πρακτικό κι εχέμυθο συμπλήρωμα της φορεσιάς, που το μεταχειριζότανε κανείς εβδομάδες και μήνες ολόκληρους κι αυτό όχι μόνο κατά το καρναβάλι, αλλά και λ.χ. το φθινόπωρο, κατά τις γιορτές της Αναλήψεως και σ’ άλλες εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως λ.χ. την έκλογη του δόγη κλπ.». ('Αλντο Ραβά: «Η Βενετία το 18ο αιώνα », Εισαγωγή στο Β' τόμο των ’Απομνημονευμάτων του Καζανόβα. Παρίσι 1924.) .

Θυμίζουμε με την ευκαιρία πως η μπαούτα δεν ήταν η γνωστή μας καρναβαλίσια μισή μαύρη μάσκα, αλλά σκέπαζε ολόκληρο το πρόσωπο σαν κουκούλα και κατέβαινε ως το στήθος. »
ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΡΩΜΑΣ(1906-1981): «Ο ΣΑΠΡΑΚΟΜΙΤΟΣ, ΤΟΜΟΣ Α'

Σημείωση σύνταξης ιστολογίου: το γνωστό αυτό κείμενο , το πήραμε από την διαδικτυακή σελίδα του Διονύση Βίτσου που πάντα μας εντυπωσιάζει