Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2022

Η διάλυση της προδοτικής ΠΟΚ από τον ΕΛΑΣ Κεφαλονιάς*

 

ΕΛΑΣ Κεφαλλονιάς κατά την Απελευθέρωση


Κατά τα χρόνια της Κατοχής στην Κεφαλονιά αναπτύχθηκε μια 

σημαντική δωσιλογική οργάνωση γνωστή ως ΠΟΚ 

(Πατριωτική Οργάνωση Κεφαλονιάς), η οποία μαζί με τις κατοχικές 

αρχές και την τοπική Χωροφυλακή συνεισέφερε 

στο αιματοκύλισμα του λαού του νησιού, δολοφονώντας και 

καταδιώκοντας το λαϊκό εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα.

Με την εγκατάσταση των κατοχικών αρχών, στην πατρίδα του Μαρίνου 

Αντύπα, η ΠΟΚ και οι Γερμανοί στόχευσαν καταρχήν το ταξικό εργατικό 

κίνημα προβαίνοντας σε δολοφονίες των επικεφαλής του Εργατικού 

Κέντρου Κεφαλονιάς και άλλους συνδικαλιστές που πρόσκεινταν στο 

ΚΚΕ και ευρύτερα στον προοδευτικό χώρο. Η ΠΟΚ και οι Γερμανοί 

εκτέλεσαν τους παρακάτω συνδικαλιστές:

  • Χρ. Παπανικολάτος: Πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου που δολοφονήθηκε από τον εθνοπροδότη Ζήση Κουτροκόη στη θέση Αη- Θανάσης του Αργοστολίου.
  • Σπύρος Μπουρμπούλης: Πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου που εκτελέστηκε από τους Γερμανούς.
  • Ντίνος Παγουλάτος: Στέλεχος του Εργατικού Κέντρου.
  • Γεράσιμος Στεφανίτσης: Στέλεχος του Εργατικού Κέντρου.
  • Άγγελος Βέλλας: Στέλεχος του Εργατικού Κέντρου.
  • Γρηγόρης Μαλζουμιάν: Στέλεχος του Εργατικού Κέντρου.
  • Σπύρος Σκλαβουνάκης: Στέλεχος του Εργατικού Κέντρου.
  • Νικόλαος Βλάχος: Στέλεχος του Εργατικού Κέντρου.
  • Διονύσης Διβάρης: Στέλεχος του Εργατικού Κέντρου.
  • Τάκης Ανδρεάτος: Στέλεχος του Εργατικού Κέντρου.
  • Στάθης Πατσαλιάς: Στέλεχος του Εργατικού Κέντρου, από την Ιθάκη.
  • Χαρίλαος Βοντετσιάνος: Στέλεχος του Εργατικού Κέντρου.

Καθώς, η Απελευθέρωση πλησίαζε, οι Άγγλοι σύνδεσμοι στο νησί εντόπισαν στην ΠΟΚ ένα σημαντικό αντίβαρο στη 
δύναμη του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στο νησί, ήτοι μια χρήσιμη μαριονέτα για τα σχέδια της επαναποικιοποίησης της Ελλάδας. 

Μετά την Απελευθέρωση και ιδιαίτερα μετά την άφιξη του κυβερνητικού αντιπροσώπου Λ. Μακκά και του Άγγλου 

συνδέσμου Χάτσινσον, η προδοτική αντίδραση και η εγχώρια συντήρηση δραστηριοποιήθηκαν με στόχο την 

πρόκληση μιας νέας αιματοχυσίας στο νομό. Θεωρώντας η ηγεσία της ΠΟΚ και οι σύμμαχοί της ότι παρέδωσαν την 

εξουσία στο νομό ολοκληρωτικά στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, χάρη στην παγίδα που τους έστησε ο Χρ. Καραγιάννης (Διομήδης) 

μεγιστοποιώντας τις ΕΛΑΣίτικες δυνάμεις κατά τις διαπραγματεύσεις με εκπροσώπους τους στο Γιαλό της Σάμης, 

άρχισαν να κινούνται συνωμοτικά, να πραγματοποιούν μυστικές 

συσκέψεις και να προετοιμάζουν το έδαφος για 

αντεπίθεση ενάντια στις ΕΑΜικές οργανώσεις και το λαό του νησιού. 

Δημιουργήθηκαν έτσι μερικά ακόμα "παρακλάδια" της ΠΟΚ όπως η 

ΣΔΟΚ (Σοσιαλιστική Δημοκρατική Οργάνωση 

Κεφαλονιάς) και ένα μικρό ένοπλο τμήμα της ΠΟΚ με επικεφαλής του 

τον αρχηγό των ενόπλων τμημάτων της κατά 

την Κατοχή, δωσίλογο Ζήση Κουτροκόη. Στη σύσταση του ενόπλου 

τμήματος κομβικό ρόλο έπαιξαν τα γερμανικά 

όπλα, που οι αρχές κατοχής είχαν αφήσει στην ΠΟΚ κατά την αποχώρησή τους.

Το Νοέμβριο του 1944, τα φιλοβασιλικά και αντι-ΕΑΜικά συνθήματα πύκνωσαν στο νομό και ιδιαίτερα στους 

τοίχους του Αργοστολίου. 

Βασική εστία του ενόπλου τμήματος της ΠΟΚ υπήρξε το Ελειό και ειδικότερα τα χωριά Χιονάτα- Βαλεριάνο- 

Ατσουπάδες, με επέκταση προς τα χωριά Σιμωτάτα και Βλαχάτα Εικοσιμίας στην πάνω Λειβαθώ. Το τμήμα της 

ΠΟΚ με επικεφαλής τον Κουτροκόη πραγματοποιούσε αιφνιδιαστικές εμφανίσεις στα χωριά, εκβίαζε τους 

χωρικούς για την τροφοδοσία του και στρατολογούσε με τη βία χωρικούς. Σταδιακά, η ΠΟΚ δημιούργησε νέες 

ομάδες στην περιοχή του Πυργιού και των ανατολικών χωριών της Πυλάρου.

Οι παραπάνω δραστηριότητες στόχευαν στη δημιουργία κλίματος τρόμου, προκειμένου η παλιννόστηση της 

βασιλεία στην Ελλάδα να συμβεί χωρίς σημαντικές αντιδράσεις. 

Στα παραπάνω σχέδια της ΠΟΚ και των Βρετανών, ο ΕΛΑΣ Κεφαλλονιάς αποφάσισε να απαντήσει δυναμικά. Σε 

σύσκεψη της Περιφερειακής Επιτροπής του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ λήφθηκε απόφαση να κινηθεί ο ΕΛΑΣ δυναμικά 

προκειμένου να αποφευχθεί ένα νέο αιματοκύλισμα του λαού. Έτσι, συγκροτήθηκε ένα στρατιωτικό ΕΛΑΣίτικο 

τμήμα με τους πιο έμπειρους άνδρες της υποδιοίκησης Κρανιάς και επικεφαλής τους τον Χαρίλαο Ματιάτο. Πρώτη 

κίνηση του τμήματος ήταν να συλλέξει όλες τις δυνατές πληροφορίες για τις κινήσεις της ΠΟΚ και ιδιαίτερα του 

αρχηγού της Κουτροκόη. Σε δεύτερο επίπεδο, το τμήμα σχεδίασε επιχείρηση κατά της ΠΟΚ που στόχευε στη 

διάλυση και τον αφοπλισμό της και τη σύλληψη του Κουτροκόη. 

Τελικά, το τμήμα της ΠΟΚ και ο Κουτροκόης εντοπίστηκαν στις 19/11/1944 στην περιοχή ανάμεσα στο μοναστήρι 

των Σισσίων και στο κτήμα Λεύκα, που ανήκε σε ηγετικό στέλεχος της ΠΟΚ. Έπειτα από τον εντοπισμό τους και με 

μεγάλη προσοχή, το τμήμα του ΕΛΑΣ περικύκλωσε την περιοχή του κτήματος Λεύκα και μια αιφνιδιαστική 

εξόρμηση απέκοψαν κάθε δυνατότητα διαφυγής. Σε συνέχεια ζήτησαν με χωνί από τον Κουτροκόη και τους άνδρες 

του να παραδοθούν. Ο Κουτροκόης απάντησε με πυρά οπλοπολυβόλου, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει συμπλοκή 

κατά την οποία ο Κουτροκόης σκοτώθηκε και πολλοί άνδρες του τραυματίστηκαν. Στη φάση αυτή, το ένοπλο τμήμα 

της ΠΟΚ διαλύθηκε και οι άνδρες του παρέδωσαν τον οπλισμό τους. Ωστόσο, ο Κουτροκόης ήταν πια νεκρός και 

δεν μπορούσε να αποκαλύψει πρόσωπα και γεγονότα στο νομό, που θα επιβεβαίωναν ότι οι Άγγλοι ενίσχυαν με όλα 

τα μέσα την ΠΟΚ και ενέκριναν το ξεκίνημα μιας εμφύλιας συμπλοκής.

Παρά το γεγονός ότι ορισμένοι αιχμάλωτοι ΠΟΚίτες προχώρησαν σε εξομολογήσεις για την αγγλική εμπλοκή, η 

Συμμαχική Στρατιωτική Αποστολή εξέδωσε στις 23/11/1944 ειδική ανακοίνωση στην οποία τόνιζε ότι: "Αι διαδόσεις 

περί διαταράξεως των σχέσεων Αποστολής και Εθνικοαπελευθερωτικών Οργανώσεων στερούνται αληθείας". Η 

ανακοίνωση διαβεβαίωνε επίσης ότι η συνεργασία της ΣΣΑ και των ΕΑΜικών οργανώσεων "διεξάγεται εν πνεύματι 

εγκαρδιότητος και συναδελφοσύνης". Τα παραπάνω έμελλε να ανατρέψει ο αιματηρός Δεκέμβρης του 1944...

Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων των Δεκεμβριανών, το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ Κεφαλλονιάς αντιλαμβάνεται ότι πρέπει να 

προχωρήσει σε προληπτικές συλλήψεις στο νομό, στοχεύοντας παλιά στελέχη της ΠΟΚ και της ντόπιας αντίδρασης. 

Οι συλλήψεις έγιναν παρόλα αυτά σπασμοδικά και έως ένα βαθμό χωρίς έλεγχο. Αποτέλεσμα ήταν να διαφύγουν 

σημαντικά στελέχη της προδοτικής αντίδρασης στο νησί, ενώ συνελήφθησαν είτε δευτερεύοντα στοιχεία, είτε σε 

ικανό, επίσης βαθμό άλλα άτομα, που δεν ευθύνονταν τεκμηριωμένα για αντιδραστικές και αντιλαϊκές συνειδητές 

δραστηριότητες. Οι συλληφθέντες μεταφέρθηκαν μακριά από την Κεφαλλονιά στο μοναστήρι της Τατάρνας στην 

Ευρυτανία και έλαβαν χαρακτήρα ομηρίας. 

Μετά την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας, κινητοποιήθηκαν ξανά στην Κεφαλλονιά οι δυνάμεις της 

αντίδρασης και του κατοχικού δωσιλογισμού, υποκινούμενες προφανώς και πάλι από τους Άγγλους. Στο χωριό 

Φερεντινάτα, χωριό του Μαρίνου Αντύπα, συγκεντρώθηκαν διάφορα εγκληματικά στοιχεία του κοινού ποινικού 

δικαίου, όπως ο Φωκίωνας Αλυσανδράτος (Γάκιας), τρόφιμος των εγκληματικών φυλακών του νησιού και 

γερμανοντυμένος δολοφόνος της Κατοχής. Συγκροτήθηκε ξανά ολιγομελής ομάδα στην περιοχή της Πυλάρου και 

ξεκίνησε τις επιθέσεις ενάντια σε πατριώτες της περιοχής. Παράλληλα, άλλα προδοτικά που ως τότε κρύβονταν, 

όπως οι Κυρηναίος Παπαδημάτος και ο Τζινιέρης, ήρθαν σε επαφή με την ομάδα του Γάκια δοκίμασαν να 

εξοπλιστούν και αυτοί. 

Μπροστά στον νέο αυτό κίνδυνο, ο ΕΛΑΣ Κεφαλλονιάς κινητοποιήθηκε 

ξανά και ήρθαν σε σύγκρουση με την ομάδα 

του Γάκια πετυχαίνοντας τη διάλυση της, χωρίς όμως να καταφέρουν να 

σκοτώσουν ή να συλλάβουν τον αρχηγό 

της. Πρόκειται για τη δεύτερη διάλυση παρακρατικών ομάδων στην 

Κεφαλονιά, η οποία συντελέστηκε στα τέλη 

του Φλεβάρη του 1945 και αποτελεί ενδεχομένως την τελευταία ένοπλη 

αποστολή του ΕΛΑΣ στη χώρα.

*Πηγή: Διδακτορική διατριβή Σπύρου Λουκάτου, Τα χρόνια της Απελευθέρωσης και του Εμφυλίου Πολέμου στην Κεφαλλονιά και την Ιθάκη, Νοβόλι, Αθήνα 2012 αναδημοσιευμένο στο kokkinosfakelos.blogspot.com

Πέμπτη 25 Αυγούστου 2022

ΠΑΝΑΪΤ ΙΣΤΡΑΤΙ : ΚΕΦΑΛΟΝΙΤΗΣ, ΑΡΙΣΤΕΡΟΣ, ΑΝΤΙΣΤΑΛΙΝΙΚΟΣ*

 



«Δεν έχει σημασία πόσο κοσμοπολίτης είμαι από τη γέννησή μου, πόσο αλήτης είμαι, ερωτευμένος με τους απέραντους ορίζοντες, όπως με βλέπετε, εγώ παραμένω ωστόσο Ρουμάνος, από τη μητέρα μου, τη γλώσσα και την όμορφή μου Βραΐλα, Έλληνας από τον πατέρα και την αγαπημένη του πατρίδα».


Λόγια ειπωμένα από καρδιάς, από τον μεγάλο Ελληνορουμάνο
(γαλλόφωνο) πεζογράφο Παναΐτ Ιστράτι (Panait Istrati, 10 Αυγούστου
1884-16 Απριλίου 1935), σε μία προσπάθεια αυτοπροσδιορισμού της
«ταυτότητάς» του.

Γιος της Ζωίτσας Ιστράτι (Joiţa Istrate) και του καπνεμπόρου
Γεώργιου Βαλσαμή από το χωριό Φαρακλάτα Κεφαλονιάς, ο Παναΐτ έφερε
το ελληνικό όνομα Γεράσιμος Βαλσαμής. Δεν γνώρισε τον πατέρα του
και την Κεφαλονιά, όπου ο συγγραφέας δεν ευτύχησε να φθάσει, παρά
το διακαή του πόθο.

Για το πόσο δυνατή ήταν η σχέση του με την Ελλάδα, ενδεικτικά είναι
και τα παρακάτω λόγια του Παναϊτ Ιστράτι: «Από όλους τους λαούς, ο ρουμανικός και ο ελληνικός είναι πιο κοντά στη ψυχή μου. Τους αγαπάω και τους κατανοώ, λόγω του αίματος που μού έδωσαν. Τα προτερήματα και τα ελαττώματά τους είναι και δικά μου».

Ο Παναΐτ Ιστράτι (1884-1935), ο οποίος έγραψε κυρίως στη γαλλική γλώσσα, 

διατηρεί τη μεγάλη αξία του.

Ο Ιστράτι τη δεκαετία του 1920 είχε αποκτήσει παγκόσμια φήμη και στην Ελλάδα 

ήταν ιδιαίτερα γνωστός και αγαπητός, αφού εκείνο το Ελληνορουμάνος κέντριζε 

τόσο το ενδιαφέρον, όσο και το ονειρικό φαντασιακό και δημιουργούσε αίσθημα 

εθνικής υπερηφάνειας.

Από παιδί άρχισε να δουλεύει για τον επιούσιο. Πέρασε μια ζωή σε αναζήτηση και 

σε ταξίδια στην Ανατολή. Επισκέφθηκε και την Ελλάδα αρκετές φορές, τουλάχιστον 

πέντε (τα έτη 1927-1928), είτε για να συνδεθεί με την πατρίδα του πατέρα του 

(Κεφαλλονίτης μετανάστης), είτε για να αναζητήσει δουλειά και εγκατάσταση σε 

αυτή. Τελικά κατέληξε στη δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα στη Γαλλία, όπου 

έζησε τα χρόνια της λογοτεχνικής του άνθισης. «Ρουμάνος 

αφηγητής, Γάλλος συγγραφέας»  είπαν γι’ αυτόν.

Υπήρξε φίλος και συνοδοιπόρος του Νίκου Καζαντζάκη όταν ο Έλληνας 

συγγραφέας είχε επισκεφθεί την Ε.Σ.Σ.Δ., τα έτη 1927-1929. Μαζί έζησαν 

σπουδαία πολιτικά γεγονότα, ταξίδεψαν στη χώρα, έγραψαν άρθρα και σημειώσεις. 

Ήθελαν να διαδώσουν το σοβιετικό σοσιαλισμό, από πίστη στη διαφορετικότητα, 

αλλά απογοητευμένοι με τη χώρα, και αφού ψυχράνθηκαν μεταξύ τους, λόγω της 

απόφασης του Ιστράτι να επιλέξει την κριτική στάση έναντι της ΕΣΣΔ, χώρισαν και 

πήραν άλλους δρόμους. Όμως δεν έπαψαν να εκτιμούν ο ένας τον άλλον.

Ο Ιστράτι ήταν ο πρώτος που άσκησαν δημόσια πολιτική κριτική στον ίδιο τον 

Στάλιν και συνέβαλε να γίνει γνωστός για πρώτη φορά ο «σταλινισμός».

Ο Ελληνορουμάνος «αιώνιος Οδυσσέας» όπως τον αποκάλεσε ο Καζαντζάκης, 

έπραξε σαν πλανητικός άνθρωπος, όταν αντέδρασε στην επίσημη γραμμή του 

Στάλιν. Μετά την κριτική προς την Σοβιετική Ρωσία ο ίδιος πολεμήθηκε και το 

όνομά του ξεχάστηκε από την αριστερά. Το όνομά του επανήλθε και πάλι 

στην επικαιρότητα τα τελευταία χρόνια, ιδίως μετά την πτώση του Τείχους το 1989.

Ο Ιστράτι έστρεψε την προσοχή του στους φτωχούς και καταφρονεμένους της 

Μεσογείου δίνοντας αξιοπρέπεια, ομορφιά και κάλλος στη συμπεριφορά 

τους. Φέρνοντας για πρώτη φορά την εργατική Ανατολή στα σαλόνια της δυτικής 

Ευρώπης.

Ο Π. Ιστράτι ονομάστηκε «Γκόρκυ των Βαλκανίων» αφού το έργο του 

επικεντρώθηκε γύρω από τους ταπεινούς και τους καταφρονεμένους, τους 

πλάνητες, τους αλήτες. Ο ίδιος περιπλανήθηκε σε αρκετές χώρες, ασχολήθηκε με 

κάθε είδους ταπεινά επαγγέλματα, έζησε μια ζωή ανάλογη των ηρώων του, πριν 

καταλήξει στη Γαλλία και αναδειχθεί το ταλέντο του από συγγραφείς όπως ο 

Ρομαίν Ρολλάν. Φίλος του Ν. Καζαντζάκη επισκέπτεται την Αθήνα καλεσμένος του 

Ελεύθερου Βήματος, θα μιλήσει στις 11 Ιανουαρίου 1928 στο θέατρο Αλάμπρα, θα 

επισκεφτεί φυλακισμένους κομμουνιστές και στη συνέχεια θα εκδιωχθεί και θα 

απελαθεί από την χώρα για την φιλοκομμουνιστική του δραστηριότητα. Θα του 

συμπαρασταθεί ο Α. Μοναστηριώτης που δεν είναι παρά το φιλολογικό ψευδώνυμο 

του Θεοφύλακτου Παπακωνσταντίνου, τότε δραστήριου αρχειομαρξιστή 

διανοούμενου και τελικά δυστυχώς υπουργού της δικτατορίας των 

συνταγματαρχών.


*Αθηναϊκό Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων , fractalart.gr

Τετάρτη 24 Αυγούστου 2022

Παναγία η Ορφανή (Κύθηρα) της Ελένης Χάρου*

 



23 Αυγούστου στα 9μερα της Παναγίας κατά παράδοσιν γιορτάζει το προσκύνημα της Παναγίας της Ορφανής στο Μερτίδι του Μυλοποτάμου.

Το συγκρότημα είναι χτισμένο στην πλαγιά μιας γραφικότατης χαράδρας με γύρω λόφους κατάφυτους από κέδρους, πρίνους, σκίνους και άλλα θαμνώδη. Ο ναός είναι σπηλαιώδης, τρισυπόστατος, με το κεντρικό βήμα αφιερωμένο στην Παναγία, το αριστερό στον άγιο Γεώργιο και το δεξιό στους 3 αγίους προστάτες της 7νήσου.

Το προσκύνημα που διαθέτει κελιά, μαγειρείο, στέρνα και αίθουσα υποδοχής, ήτο ιδιόκτητον της οικογενείας Δαρμάρου και μαρτυρείται το 1782.

*από το ιστολόγιο της Κηθύριας λαογράφου Ε.Χάρου

Δευτέρα 22 Αυγούστου 2022

ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ ΜΙΧΑΛΗ ΨΆΪΛΑ του Σταμάτη Κυριάκη*

 



«Πέθανε ο Μιχάλης»

-------------------------
Έτσι απλά .
Είδα στο κινητό κάτι αναπάντητες αλλά δεν έδωσα σημασία.
Με ειδοποίησαν από την «Ενημέρωση».
«Το μόνο σίγουρο στην ζωή είναι ο θάνατος» , λένε οι σοφοί .
Το περιμέναμε. Αλλά είναι άλλο να το περιμένεις και άλλο να συμβαίνει στα καλά καθούμενα ένα συνηθισμένο απόγευμα .
Με τον Μιχάλη Ψάϊλα ήμασταν μαζί τριάντα χρόνια.
Κάθε μέρα πλην Κυριακών και εορτών.
Αυτός είχε το ταπετσιέρικο και δίπλα εγώ το σιδεράδικο.
Πιο πολλές ώρες ήμασταν με τον Μιχάλη παρά με την γυναίκα μου.
Τόσο που το συζητούσαμε γελώντας να κάνουμε και ένα «σύμφωνο συμβίωσης» τώρα που είναι της μόδας.
Μεγάλη καρδιά ο Μιχάλης.
Μια μέρα έδωσε σε μια τσιγγάνα δύο μποτίλιες λάδι του ενάμιση λίτρου που του τόχε δώσει κάποιος φίλος.
Μας έμεινε λίγο σε ένα μικρό μπουκαλάκι για να βάζουμε στο ψωμί μας μαζί με κοκκινοπίπερο.
Την άλλη μέρα έλειπε και το μικρό μπουκαλάκι.
Έγινα έξαλλος. « Μα δεν έχει λίγο φιλότιμο;»
«Άστηνε ρε Σταμάτη, που ξέρεις τι ανάγκη έχει;»
Μεγάλη καρδιά ο Μιχάλης .
Όλοι ξέρουν την Κέρκυρα από το Κορφού Παλλάς , τα παλάτια, το Ποντικονήσι, την Μπέλα Βενέτσια.
Ο Μιχάλης ήταν ο άρχοντας της άλλης Κέρκυρας , της δικής μας.
Της βαθιάς λαϊκής Κέρκυρας .
Των ψαράδων της Κόντρα Φόσα.
Των μελισσοκόμων .
Της άγνωστης στους περιστασιακούς επισκέπτες .
Κάποτε με ερωτεύτηκε μια γειτόνισσα. Ερχόταν κάθε μέρα και ρωτούσε. Προσπαθούσα να την αποφύγω. Της έλεγα ότι είμαι παντρεμένος και διάφορες άλλες δικαιολογίες.
«Άσε μου λέει ο Μιχάλης θα το κανονίσω εγώ.»
Η γειτόνισσα δεν ξαναπέρασε.
«Ρε Μιχάλη εξαφανίστηκε!»
«Δε σούπα ότι θα το κανονίσω;»
«Τι της είπες δηλαδή;»
«Της είπα ότι είσαι ..πούστης»
Μεγάλη καρδιά ο Μιχάλης.
Ήταν Μαλτέζικης καταγωγής. Γεννήθηκε στην Μητρόπολη. Παιδί της μεταπολεμικής Κέρκυρας των ασύλληπτων, για την εποχή μας, στερήσεων.
Μου μίλαγε για την Ανουντσιάτα όταν ακόμα ήταν εκεί ο λάκκος από την βόμβα γεμάτος βρομόνερα.
Η συμμορία των παιδιών κάνανε τσουλήθρα και πέφτανε στο νερό.
Η πρώτη νεροτσουλήθρα.
Πρόλαβε και την «Κουλοχέρω».
Η Κουλοχέρω ήταν μια πόρνη των Αγίων Πατέρων με χρυσή καρδιά.
Πολλές οικογένειες επιβίωσαν στην κατοχή από την βοήθεια της Κουλοχέρως.
Τα μπουρδέλα στην Κέρκυρα στεγαζόταν πάντα δίπλα στις Εκκλησιές . Μάλλον για να μπορείς να αμαρτήσεις και να μην χάνεις χρόνο. Αμέσως μετά να πάς δίπλα να μετανοήσεις.
Μου μιλούσε πάντα με σεβασμό για την Κουλοχέρω.
Μεγάλη καρδιά ο Μιχάλης .
Το γήπεδο ποδοσφαίρου τότε ήταν η Λεμονιά.
Εκεί ανδρώθηκε ο Α.Ο Κέρκυρα.
Πήγα με τον Μιχάλη και μου έδειξε ακριβώς πώς ήταν τότε η μικρή πλατεία και που βρισκόταν ακριβώς τα τέρματα.
Έμενε τότε εκεί ένας χαφιές που ήθελε να κρατήσει πάση θυσία την παρθενιά της κόρης του και δεν την άφηνε να ξεμυτίσει.
Ρουφιάνευε όλο τον κόσμο.
Μισητός άνθρωπος.
Όταν ερχόταν οι Αμερικάνοι ναύτες ψάχνανε τα μπουρδέλα της Λεμονιάς.
Ρωτάγανε τα παιδιά που παίζανε στην πλατεία και τους δείχνανε το σπίτι του χαφιέ.
«Στηνόταν κάτι αραπάδες δύο μέτρα στην ουρά έξω από το σπίτι του χαφιέ και περίμεναν τη σειρά τους.
Χτύπαγαν την πόρτα και όταν έβγαινε ο χαφιές γινόταν χαμός» μου έλεγε ο Μιχάλης .
Εκεί σε αυτήν την πλατεία ιδρύθηκε ο ΑΟ Κέρκυρα και εκεί πρέπει να στηθεί η προτομή του Μιχάλη, ενός δικού μας ανθρώπου που σημάδεψε το ποδόσφαιρο.
Ο Μιχάλης έγινε ένας από του σπουδαιότερους ποδοσφαιριστές της Κέρκυρας .
Στο ταπετσιερικό του ήταν κορνιζαρισμένες όλες οι μεγάλες στιγμές και οι διακρίσεις μιας άγνωστης σε αρκετούς ιστορίας.
Η πρώτη αμοιβή του ποδοσφαιριστή τότε ήταν μια μοσχαρίσια μπριζόλα.
Μούλεγε με τι λαχτάρα περιμένανε αυτή την μπριζόλα.
Μια φορά πήγανε να παίξουν στο Αγρίνιο και βρήκανε τον Πουτσαντσίνι κρυμμένο σε μια βάρκα του φέρυ μποτ.
Τον έψαχνε στην Κέρκυρα ο πατέρας του με την αστυνομία. Τον δέσανε σε ένα κατάρτι και τον στείλανε πίσω.
Στο ταπετσιερικο του Μιχάλη ερχόταν μερικές φορές και η Ρένα Βλαχοπούλου. Καθόταν με το πλεχτό της σε μια καρέκλα και μας έλεγε ιστορίες από την ζωή της.
Δεν θέλω να αναφερθώ σήμερα στις φάρσες που οργανώναμε, όχι διότι η στιγμή δεν είναι κατάλληλη αλλά διότι η απώλεια μου ήρθε ξαφνικά και δεν τα έχω μαζεμένα.
Κάποια στιγμή υπόσχομαι να γράψω για την ζωή του Μιχάλη και της γενιάς του .
Του Μιχάλη , πλέον, δεν του χρειάζεται αλλά μας χρειάζεται εμάς και χρειάζεται και στους επόμενους.
*ο Σταμάτης Κυριάκης εκτός από συν/χος μεταλλεργάτης που αυτοπροσδιορίζεται, είναι λαογράφος λογοτέχνης

Παρασκευή 19 Αυγούστου 2022

ΟΙΚΟΣ ΕΥΓΗΡΙΑΣ ΚΥΘΗΡΩΝ *

 




- Ίδρυση

Την απόφαση για τη δημιουργία του Οίκου Ευγηρίας ενίσχυσαν αλλά και επέτρεψαν να υλοποιηθεί, οι δωρεές ακινήτων ή χρημάτων των: παιδιών του Γεωργίου Κασιμάτη (Βασιλείου, Γρηγορίου, Αντωνίου και Ελένης), Λεων. Μεγαλοκονόμου, Κληρ. Μανωλάτου, Μ.Κιτσογιαννοπούλου, Σοφίας Αρώνη, Σπ.Σουρή, καλ.Καστρισίου, Σοφίας Σαριγιάννη, Γ.Καστρισίου, Αφών Παναρέτου, Μαρ.Μαυροπούλου, Φρόσως Καρύδη, Σταμ.Ζαντιώτη, Μηνά Μυλωνοπούλου και άλλων πολλών. Το 1967 άρχισαν οι οικοδομικές εργασίες ανέγερσης του κτιρίου στο Ποταμό Κυθήρων, σε οικόπεδο δωρεάς Κασιμάτη. Το διώροφο κτίριο περατώθηκε το 1975 και άρχισε να λειτουργεί από τον Αύγουστο του ιδίου έτους, αρχικά με 12 τροφίμους.

 

- Ιστορικό του κληροδοτήματος Γεωργίου Σκλάβου

Ο συμπατριώτης μας Γεώργιος Σκλάβος, με την από 12/7/1946 διαθήκη του, άφησε εντολή στη σύζυγό του, μετά το θάνατό του, να μεταβιβάσει στην Κυθηραϊκή Αδελφότητα Κουηνσλάδης το ½ εξ αδιαιρέτου των δύο συνεχόμενων ακινήτων του Atlas και Star στην πρωτεύουσα της Κουηνσλάδης Brisbane  (οδός Adelaide 127), με την ειδική εντολή να ιδρύσει από τα εισοδήματα των ακινήτων αυτών «σανατόριο» στα Κύθηρα.

Ο Γ. Σκλάβος απεβίωσε το 1952 και το ½ των ακινήτων μεταβιβάστηκε στην Κυθηραϊκή Αδελφότητα ως «Εμπιστευματοδόχο» (Trustee) για τη διαχείριση των ακινήτων και την εκτέλεση της εντολής του Σκλάβου. Αυτό ήταν το «Κληροδότημα Σκλάβου». Τη διαθήκη προσέβαλαν οι συγγενείς του αείμνηστου Σκλάβου στα αυστραλιανά δικαστήρια με το αίτημα της ακύρωσης της διάταξης του κληροδοτήματος, φθάνοντας μέχρι το Ανώτατο Δικαστήριο Αυστραλίας στο Σύδνεϋ. Η αυστραλιανή Δικαιοσύνη απέρριψε το αίτημα των συγγενών και έσωσε το κληροδότημα υπέρ των Κυθήρων. Από τότε, πέρασαν πολλά χρόνια άπρακτα, χωρίς η Κυθηραϊκή Αδελφότητα να προχωρεί στην εκτέλεση της θέλησης του Γ. Σκλάβου. Εντωμεταξύ, με την οριστική καταπολέμηση της φυματίωσης, δε χρειαζόταν σανατόριο, αλλά ούτε νοσοκομείο αφού ήδη υπήρχε.


Στο τέλος της δεκαετίας του 1960, πρόεδροι και μέλη του Δ.Σ. της Αδελφότητας της Κουηνσλάνδης δέχθηκαν να ενισχύσει η τελευταία το υπάρχον Γηροκομείο,  διαθέτοντας από τα εισοδήματα του κληροδοτήματος τη δαπάνη για την ανέγερση πτέρυγας κατακοίτων. Η ανέγερση της πτέρυγας κατακοίτων άρχισε, αλλά η Κυθηραϊκή αδελφότητα, αφού έστειλε ένα μικρό ποσόν, σταμάτησε. Η πτέρυγα τελείωσε με τη μεγάλη προσφορά 15.000.000 δρχ. του αείμνηστου Θεόδωρου Σουρή και με χρηματοδότηση του Τριφυλλείου Ιδρύματος. Εντωμεταξύ ο και τότε Πρόεδρος του Ιδρύματος Καθηγητής Γ. Κασιμάτης, μαζί με τον Γεν. Γραμματέα αείμνηστο Δημήτριο Κόμη κατέβαλαν συνεχείς προσπάθειες, ακόμη και με ειδικό ταξίδι του Προέδρου στο Brisbane, για να μεταπεισθεί η διοίκηση της Αδελφότητας να συνεχίσει τη βοήθεια προς το Γηροκομείο. Άοκνες προσπάθειες κατέβαλε και ο αείμνηστος Γρηγόρης Κασιμάτης, ο οποίος έκανε για το σκοπό αυτόν και ταξίδι στο Brisbane. Λόγω της σχέσης του με το Γρηγόρη Κασιμάτη, αναμίχθηκε στις προσπάθειες αυτές με ιδιαίτερο ζήλο και ο κ. Γεώργιος Χατζηπλής, κάτοικος Σύδνεϋ, νυμφευμένος με Κυθηρία και με πάθος φιλοκυθήριος.

Όλες οι προσπάθειες, προσκρούοντας στην επίμονη άρνηση της Διοίκησης της Αδελφότητας,  απέβησαν άκαρπες. Το Ίδρυμά μας τότε είχε πλήρη οικονομική αδυναμία ανάληψης των δαπανών προσφυγής στα αυστραλιανά δικαστήρια. Τότε ο κ. Χατζηπλής προσφέρθηκε να εγγυηθεί με 100.000 δολάρια την ανάληψη από ένα από τα μεγαλύτερα δικηγορικά γραφεία της Αυστραλίας της δικαστικής επιδίωξης να στέλνονται τα εισοδήματα από το Σκλάβειο Κληροδότημα στο Γηροκομείο. Η δίκη έγινε στο Brisbane το 1973 με προσωπική παράσταση ως μάρτυρα του Προέδρου του Ιδρύματος Γ. Κασιμάτη. Στην άριστα προετοιμασμένη δίκη, το Ίδρυμα μπόρεσε να πείσει το δικαστήριο ότι η εκπλήρωση της βούλησης του διαθέτη να γίνει «σανατόριο» στα Κύθηρα είναι ανέφικτη, γιατί δεν είναι αναγκαίος πια ο κλάδος αυτός περίθαλψης, ούτε νοσοκομείο μπορεί να γίνει, γιατί υπάρχει το κρατικό Τριφύλλειο Νοσοκομείο. Το δικαστήριο επείσθη επίσης: ότι η περίθαλψη γερόντων είναι αναγκαία για το νησί, ότι η πτέρυγα κατακοίτων που είχε ανεγείρει το Ίδρυμά μας έχει τις πιο σύγχρονες διεθνώς προδιαγραφές και ότι το Τριφύλλειο Ίδρυμα, λόγω του κοινωφελούς του έργου, είναι υψηλής αξιοπιστίας Ίδρυμα. Έτσι, το Δικαστήριο, αφού έκανε επιπλέον και έλεγχο των βιβλίων της Αδελφότητας και διαπίστωσε κακή διαχείριση, αφαίρεσε την ιδιότητα «εμπιστευματοδόχου» από την εν λόγω Αδελφότητα και την έδωσε στο Τριφύλλειο Ίδρυμα, με την εντολή τα εισοδήματα του Κληροδοτήματος Σκλάβου να διατίθενται για το Γηροκομείο Κυθήρων. Σε ερώτημα του Δικαστηρίου προς τον παρευρισκόμενο Πρόεδρο του Ιδρύματος, αν το Τριφύλλειο Ίδρυμα επιθυμεί τη συνέχιση της δίκης και την ποινική καταδίκη της Διοίκησης της Αδελφότητας για κακή διαχείριση (σημειωτέον δε βρέθηκαν παλαιά εισοδήματα), δόθηκε αρνητική απάντηση.

Η συνέχεια είχε και πάλι προβλήματα. Ο συνιδιοκτήτης κατά το ½ του κτηρίου του Κληροδοτήματος και πρώην Γραμματέας κ. Patty ηρνείτο συστηματικά στην επισκευή του, το οποίο ήταν ήδη παλιό, με αποτέλεσμα να το εγκαταλείψουν οι μισθωτές και να μην αποδίδει εισόδημα. Ο κ. Χατζηπλής προσέφερε και πάλι τη βοήθειά του.  Με πληρεξούσιο του Δ.Σ. του Ιδρύματός μας (με Πρόεδρο τότε τον αείμνηστο Καθηγητή Γιάννη Στρατηγό), εζήτησε από το Δικαστήριο τον πλειστηριασμό του όλου κτηρίου, λόγω της επιβλαβούς για το ακίνητο στάση του συνιδιοκτήτη του. Η έγκριση δόθηκε και ο πλειστηριασμός έλαβε χώρα στις 30.9.1999. Ο κ. Χατζηπλής, εκπροσωπώντας το Ίδρυμά μας, παρέστη στον πλειστηριασμό και αιφνιδιάζοντας τους λοιπούς ενδιαφερομένους, προέβη στην πρώτη και τελευταία προσφορά και αγόρασε ολόκληρο το κτήριο για λογαριασμό του Τριφυλλείου Ιδρύματος στην πολύ χαμηλή τιμή των 1.225.000 δολαρίων Αυστραλίας.

Ακολούθως, ο κ.Χατζηπλής προέβη, με προσωπική επίβλεψη, στη συνένωση των δύο χωριστών κτηρίων και στη ριζική ανακαίνισή του και το μίσθωσε για λογαριασμό του Ιδρύματος. Έτσι, ολόκληρο το κτήριο του Γεωργίου Σκλάβου ανήκει πια στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητα του Τριφυλλείου Ιδρύματος Κυθηρίων. Η διαχείρισή του έχει ανατεθεί σε ιδιωτικό γραφείο διαχειρίσεων, υπό τον έλεγχο γραφείου Ορκωτών Ελεγκτών στο Brisbane, σε συνεργασία με το Γραφείο Ορκωτών Ελεγκτών στην Αθήνα του συμπατριώτη μας Γεωργίου Κασιμάτη (Δρυμωνιάτη), που ασκεί τον έλεγχο του Ιδρύματός μας. Ο κ. Χατζηπλής είναι «εμπιστευματοδόχος» με βάση απόφαση του δικαστηρίου, του κληροδοτήματος Σκλάβου, που αποτελείται πια -μετά την αγορά του όλου ακινήτου από το Τριφύλλειο- από το ποσό των 650.000 δολ. Αυστραλίας, όσο ήταν το αντίτιμο της αγοράς του  ½ του κτηρίου του Σκλάβου. Σήμερα, γίνεται η προσπάθεια από τους αντιπροσώπους του Ιδρύματος στην Αυστραλία να απαλλαγεί το Τριφύλλειο Ίδρυμα από επιβολή φόρου εισοδήματος.


* Οι πληροφορίες έχουν αντληθεί από τον ιστότοπο του Τριφύλλειου Ιδρύματος Κυθηρίων

Πέμπτη 18 Αυγούστου 2022

Ο ΚΑΦΕΣ ΤΩΝ ΑΝΑΜΝΗΣΕΩΝ (ΘΙΑΚΙ) του Γιάννη Καραντζή*

 



Τακτοποιούσα τις προάλλες την αποθήκη του πατρικού μου σπιτιού και ανέσυρα στην επιφάνεια δυο παλιά απαραίτητα σύνεργα για την παρασκευή του ελληνικού καφέ, το καβουρδιστήρι και τον «μύλο» του καφέ.

Αυτά τα δύο πολύτιμα εργαλεία της παρασκευής του καφέ βρίσκονταν σε κάθε σπίτι εκείνης της εποχής, γιατί ελάχιστοι αγόραζαν αλεσμένο καφέ. Τον αγόραζαν πάντοτε σε σπόρους, τον καβούρδιζαν με το καβουρδιστήρι στη φωτιά του τζακιού και τον άλεθαν στη συνέχεια με τη χειροκίνητη μηχανή, τον «μύλο», σκορπίζοντας αυτήν τη χαρακτηριστική μυρωδιά στην ατμόσφαιρα του σπιτιού, η οποία παρέμενε για αρκετή ώρα.
Αυτή η χαρακτηριστική μυρωδιά του φρεσκοκαβουρδισμένου καφέ μόλις γινόταν αντιληπτή από δύο αξιαγάπητες γειτόνισσες, περασμένης τότε ηλικίας, κατέφθαναν για να απολαύσουν τον καφέ που παρασκεύαζε η μάνα μου. Κρατούσαν το φλιτζάνι με το πιατάκι ψηλά, στον μέσον περίπου του στήθους και ρουφούσαν τον καφέ γουλιά-γουλιά. «Να αγιάσουν τα χέρια σου, με τον υπέροχο καφέ που έφτιαξες», ψέλλιζαν καθώς απολάμβαναν τον καφέ τους που τον συνόδευαν με μια μικρή κόρα ψωμιού και συμπλήρωναν, «Βλέπεις εσύ δεν νοθεύεις τον καφέ με ρεβίθι, γι’ αυτό έχει αυτήν την υπέροχη γεύση».
Πέρασαν χρόνια από τότε και αυτά τα αξιοθαύμαστα εργαλεία του καφέ αποσύρθηκαν. Ο ελληνικός καφές αγοράζεται αλεσμένος, οι ποικιλίες του πλήθυναν και η απόλαυσή του γίνεται κατά το πλείστον στις καφετέριες που τις συναντάς σε κάθε γειτονιά.

*Θιακός δάσκαλος που υπηρέτησε από όλες τις θέσεις την εκπαίδευση, πρώην επίκουρος καθηγητής Παν. Πάτρας

Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΣΑΝ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ του Γρηγορίου Ξενόπουλου*

 



«Γρήγορα έπιασα φιλίες με φοιτητές κάθε σχολής και κάθε χρόνου — από πρωτοετείς ως τελειόφοιτους — κι είχα πάντα μια μεγάλη παρέα και στα Προπύλαια, και στο εστιατόριο, και στο καφενείο, και στον περίπατο. Με διάλεγαν και τους διάλεγα. Από διάφορες επιστήμες είχαμε κάτι κοινό μας ένωνε: την αγάπη μας και την κλίση μας στα γράμματα και στη λογοτεχνία.

Έτσι όλοι μου σχεδόν οι φίλοι ήταν μέλλοντες λόγιοι, ποιητές και διηγηματογράφοι σαν και μένα. Μερικοί μάλιστα, μεγαλύτεροί μου, ήταν κι από τότε: είχαν τυπώσει κιόλα την πρώτη λυρική συλλογή.
Τρώγαμε σ’ ένα μικρό εστιατόριο, στο ισόγειο ενός μεγάλου σπιτιού, οδός Ακαδημίας και Λυκαβηττού. Το είχε κάποιος Λευκάδιος κυρ-Φίλιππας λεγόμενος, και το έλεγε «Ξενοδοχείον η Λευκάς».
[…]
Κάπου - κάπου για ποικιλία, ίσως και για οικονομία τρώγαμε το βράδυ και στο μπακάλικο του Γεωργαντά —στο οτέλ μπακαλίκ, όπως λέγαμε. Αντίθετα, κάπου-κάπου— και συνήθως τις πρώτες μέρες του μήνα που τα είχαμε μπόλικα — τρώγαμε «μεγαλοπρεπέστατα στου Πελοπίδα, στην οδόν Ερμού ή στο «ρεστωράν ντ΄ Ορόπ» στην πλατεία του Συντάγματος. Σ’ αυτά τα εστιατόρια πολυτελείας πληρώναμε τρεις δραχμές την καθισιά μας — εκεί που στου κυρ Φίλιππα πληρώναμε …65 λεπτά ως μια δραχμή. Λέγαμε πως άξιζε μια φορά τόσο, «να τρώμε και σαν άνθρωποι», με μαυροντυμένα γκαρσόνια, λινά τραπεζομάντιλα, επάργυρα σερβίτσια και λουλούδια στη μέση του τραπεζιού.
Ας είναι εγώ «σαν άνθρωπος» έτρωγα μόνο κάθε Κυριακή στου Διογενίδη.
Με την καλή αυτή οικογένεια είχαμε παλιά και μεγάλη φιλία. Πριν παντρευτούν ακόμα, ο πατέρας μου ήταν στενός φίλος του Διογενίδη στην Αθήνα, κι η μητέρα μου φίλη της Διογενίδαινας στην Πόλη. Η φιλία ανανεώθηκε στη Ζάκυνθο, όταν ο Διογενίδης, Αχιλλεύς το μικρό του όνομα — ήταν εκεί προέδρος των Πρωτοδικών. Όταν ήρθα φοιτητής στην Αθήνα, είχε πια αποσυρθεί από την υπηρεσία — αφού έκαμε κι εφέτης στην Πάτρα — δικηγορούσε, και καθόταν στην οδό Φειδίου.
Εκεί έκαμα μια από τις πρώτες μου επισκέψεις.
Μου έκαμαν την πιο θερμή υποδοχή και μου απαίτησαν να προγευματίζω μαζί τους κάθε Κυριακή και μεγάλη γιορτή. Εκεί, που λέτε, γουστάριζα καλό φαΐ σπιτίσιο, και πολίτικο μάλιστα, γιατί η Διογενίδαινα ήταν πολίτισσα σαν τη μητέρα μου. Αργότερα θα ξαναϊδούμε την οικογένεια, γιατί η μεγάλη κόρη του Διογενίδη στάθηκε η πρώτη μου γυναίκα κι απ’ αυτήν είχα το πρώτο μου παιδί.
Εδώ, όμως, θα περιοριστώ στα φοιτητικά. Ο Διογενίδης είχε αναλάβει τότε και μιαν άλλη φροντίδα για μένα: Επειδή ήμουν σπάταλος κι έκανα πολλά περιττά έξοδα, στο τέλος του μηνός δεν είχα, ούτε για τ’ αναγκαία, και δανειζόμουνα από φίλους μου ή έτρωγα στου κυρ-Φίλιππα βερεσέ. Τα ’μαθε αυτά ο πατέρας μου - δεν του άρεσαν αυτά, α, ήταν πολύ τυπικός, δε θυμούμαι να δανείστηκε ποτέ στη ζωή του ή να πήρε πράγμα βερεσέ — παρακάλεσε τον παλιό του φίλο να στέλνει σ ’ αυτόν τα χρήματά μου δυο και τριών μηνών μαζί, και να μη μου δίνει τα ορισμένα κάθε πρωτομηνιά. Αλλά ούτε αυτό άλλαξε την κατάσταση. Γιατί όσο αυστηρά κι αν κρατούσε την εντολή ο Διογενίδης — άλλος τυπικός άνθρωπος, χρυσό να τον έκανα, κρεμασμένο να μ ’ έβλεπε, δεν εννοούσε να μου δώσει πεντάρα στο μέσο του μηνός. Εγώ άμα βρισκόμουν στα στενά, κατάφευγα πάλι στα δανεικά και στα βερεσέδια. Έτσι τα οικονομικά μου ήταν πάντα σε άθλια κατάσταση. Κάθε μήνα είχα έλλειμμα που το σκέπαζα από το επίδομα του επόμενου. Και το έλλειμμα του τελευταίου το πλήρωνε θέλοντας και μη ο καημένος ο πατέρας μου. Το Μάη συνήθως του έγραφα: «Στείλε μου 50 δραχμές να πληρώσω όπου χρωστώ, γιατί αλλέως είναι αδύνατο να φύγω». Και μου έστελνω. Αμανάτι θα μ’ άφηνε στην Αθήνα;
Ο συμπατριώτης μου, συμφοιτητής μου και αγαπημένος φίλος Γεώργιος Κλαυδιανός — ο σπουδαίος κατόπι μαθηματικός, που πέθανε εκατομμυριούχος — δεν είχε ούτε τόσες. Αμφιβάλλω αν ο πατέρας του του έστελνε καμιά πενηνταριά κάθε μήνα. Ο Λομπάρδος, υπουργός τότε της Παιδείας, τον είχε βάλει σ’ ένα μισοϋπόγειο του Γυμνασίου της Πλάκας να κατοικεί δωρεάν. Προγύμναζε και μαθητές στα μαθηματικά, που και τότε ήταν τόσο δύσκολα για τα περισσότερα παιδιά όσο και σήμερα. Και τα κατάφερνε τόσο καλά, ώστε όχι μόνο δε στερούσε τον ευαυτό του από τίποτα, αλλά κι όταν δεν είχα λεφτά, ο φτωχός Κλαυδιανός είχε να με δανείζει! Μα γι αυτό έκαμε εκατομμύρια, ενώ εγώ, όσα κι αν είχα στη ζωή τα σπαταλούσα πάντα, όπως και τις 150 δραχμές, που μου έστελνε το σπίτι μου όταν ήμουν φοιτητής… Δεν ήθελα ξύλο;»
ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ(1867-1951), «Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΣΑΝ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ», Εφημερίδα «ΑΘΗΝΑΙΚΑ ΝΕΑ» 1938-1939

* ''τη φροντίδι'' Διονυσίου Βίτσου εκδότη/λογοτέχνη