Κυριακή, 18 Φεβρουαρίου 2018

ΠΟΒΕΡΟ ΚΑΡΝΑΒΑΛΕ του κόντε Διονύση Ρώμα

Την τελευταία Κυριακή του Καρναβαλιού, της Τυρινής, κατά τις 6 το απόγευμα, κάτι παιδιά ανεβαίνανε πάνω στο καμπαναρίο των Αγίων Πάντων, κρεμάγανε στα σιδερένια κάγκελα του μπαλκονιού ένα παράξενο στεφάνι φτιαγμένο από λίγα μάτσα μαρούλι, σκόρδα, κρεμμύδια, ρουμάνες και καμπάνες άρχιζαν να κτυπούν πένθιμα! Στο "κόσμο" κάτω, παρουσιαζότανε τότε μια κωμικά ντυμένη "μπάντα" και με μεγάλη επισημότητα, πολύ γελοία, αλλά και με κάποιον κρυφό καημό, γινότανε η κηδεία του Καρνάβαλου, που είχε πεθάνει!
 Το ιστορικό ζακυνθινό Πόβερο Καρναβάλι!

Το έθιμο είχε πια ατονήσει από χρόνια. Ανήκε στην παλιά καλή εποχή, που η Ζάκυνθος ήταν Ζάκυνθος, το Καρναβάλι της, Καρναβάλι και οι καμπάνες της …—αχ! Αυτές οι ζακυνθινές καμπάνες ! Τις θυμάμαι έτσι ανάερα να νανουρίζουν και να ακομπανιάρουνε τα παιδικά μου χρόνια! Χρειαζότανε μεγάλη αντοχή νεύρων για να ζεις εκείνη την εποχή στη Ζάκυνθο! Αλλά τα περασμένα γαληνεμένα χρόνια, πριν από τον "πρώτο κοσμοχαλαστή" (ή Παγκόσμιο Πόλεμο, αν τον προτιμάτε έτσι) ποιος είχε νεύρα για να προσέξει; Καμπάνες για γάμους, για θανάτους, για βαφτίσια, για μνημόσυνα, για λειτουργίες, για εσπερινούς, για πανηγύρια, για την άφιξη κάθε βουλευτή από την πρωτεύουσα, για την αναχώρηση του ίδιου και την υποδοχή του αντιπάλου του, καμπάνες… καμπάνες… καμπάνες…
Θάλεγε κανείς ότι ολόκληρο το νησάκι αποτελούσε το βαρίδι ενός σήμαντρου (και βοηθώντας και κανενός σεισμάκου) κουνιότανε διαρκώς, χτυπώντας με τους νταντελένιους βράχους του, κάποια καλόηχη και πελώρια μπρούτζινη καμπάνα…

Κάθε καμπαναρίο "βαρούσε" με το δικό του τρόπο και το νησάκι —δόξα τω Θεώ— είχε εκατοντάδες τέτοιες "πηγές μελωδικών ήχων" 
Τα κωδωνοκρουσίματα ήταν αμέτρητα και τα συνθήματά τους νοητά στους Τζαντιώτες σαν τα στρατιωτικά σαλπίσματα που μιλάνε στ' αυτί κάθε βετεράνου. Το βουβάτο, το αμυγδαλάτο, το χήρεμα, το κομμάτι, το τέμπο σπολιάτο, ο κούτσος…
Της Κυριακής το ξύπνημα
Με λειώνει με πεθαίνει
Να ακούς "Γιουλάκια ολόμπλαβα"
Κι ο Άγιος να σημαίνει!
Έτσι όταν οι Άγιοι Πάντες αρχίζανε το πένθιμο καμπάνισμά τους, το απόγευμα της Τυρινής, κατά τις 6, όλοι οι Τζαντιώτες ξέρανε ότι το τρελό γλέντι που κρατούσε δύο βδομάδες τώρα, είχε φτάσει στο τέλος του… 
Με κωμική μεγαλοπρέπεια ο "Καρνάβαλος" κηδευότανε και ο κόσμος τραβούσε για τα σπίτια του να φάει το ρυζόγαλο και να πέσει στη χειμερινή νάρκη της καθημερινής μονοτονίας, που θα σταματούσε ένα χρόνο αργότερα.
Φέτος, οι αγαπημένοι μου συμπατριώτες δεν θα γιορτάσουνε Καρναβάλι μέσα στο κατασυντριμμένο νησί τους.

 Ίσως πολλοί από αυτούς να είχανε μια τέτοια διάθεση, αλλά θα βρεθούνε οι σοβαροί και οι "συνοφρυωμένοι" που θα τους εμποδίσουνε. Κρίμα, γιατί μονάχα διατηρώντας την ψυχή σου γελαστή μπορείς να κρατήσεις και τα νιάτα σου. Και το Τζάντε χρειάζεται νειάτα, κέφι, δουλειά, πολλή δουλειά…
Έτσι όπως τις θυμάμαι τώρα, νοιώθω όλες τις περασμένες δόξες της πατρίδας μου να σβήνουνε σιγά-σιγά μέσα στην αχλύ της λησμοσύνης… 

Στο βάθος μακρυά, μια πελώρια αργυρή καμπάνα ακομπανιάρει πένθημα την πολύχρωμη και πολύβοη πομπή…
Ολόκληρο το Τζάντε, με την πεντακοσιόχρονη παράδοσή του, ακολουθεί αργά κι επίσημα, την τρανή κηδεία της εμμορφιάς και του πολιτισμού. Πόβερο Καραβάλι!
ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΡΩΜΑΣ (1906-1981),
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ" 23.2.1954
[Σημ.: Τον Άυγουστο του 1953 το νησί της Ζακύνθου είχε καταστραφεί ολοσχερώς από σεισμούς και πυρκαγιά]

 Η Πλατεία Αγίων Πάντων, το καμπαναρίο δεξιά

ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΣΥΝΤΑΞΗΣ: η ανάρτηση αυτή έγινε ύστερα από υπενθύμιση του Διονύση Βίτσου στην σελίδα του , στο διαδίκτυο

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου