Πέμπτη 7 Απριλίου 2016

ΠΕΤΡΕΣ της Δανάης Μυλωνάκη εκ Ζακύνθου

Πέτρες χλιές
από αιώνων ήλιο
σκέτες πια πέτρες 
χωρίς σχήμα
χρώμα, λόγο
να επισείουν
οι Γότθοι οι Δυτικοί
κινδύνους παγωμένους
κι αυτές εκεί
να μένουν
περιμένουν
με τους φαιά φέροντες
και τον Αλάριχο
απέναντι
Danaé
Αθήνα 7/4/2016
έργο του Σωτήρη Σόρογκα

Τετάρτη 6 Απριλίου 2016

ΚΥΘΗΡΑΪΚΕΣ ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ της Ελένης Χάρου

Οι παροιμίες που σήμερα δυστυχώς δεν χρησιμοποιούνται όπως άλλοτε, είναι το απόσταγμα της σοφίας, της πείρας και της παρατηρητικότητας του λαού μας. Είναι σύντομες, ευτράπελες φράσεις που αγαπήθηκαν πολύ από το λαό και άλλοτε τις χρησιμοποιούσαν πολύ στην καθημερινότητά τους, όταν επικοινωνούσαν καλύτερα οι άνθρωποι και τα παιδιά άκουγαν τις διηγήσεις των μεγάλων.
Αναγέλασ’ ο μυξιάρης τον καϋμένο το σαλιάρη!
Απόξω μπέλα μπέλα κι από μέσα δεν εφέλα.
Ανάθεμα που’χει δικούς και περπατεί με ξένους!
Εδά στα γεροντάματα θέλει η γριά κουνίσματα.
Τόπου συνήθειο, νόμου κεφάλαιο!
Του φτωχού ο θάνατος και του πλούσιου οι ντροπές δε γροικώνται.
Που πήρε χίλια πέρπυρα και κακουδιά γυναίκα, τα χίλια παν στο διάολο κι η κακουδιά του μένει.
Καλύτερα να σε μισούν και να σου βγεί το μάτι, παρά να πάρεις κοπελιά να ’ναι κληρονομάτη.
Το σκύλο κάμε σύντεκνο και το ραβδί σου βάστα!

Τρίτη 5 Απριλίου 2016

Ο ΛΕΩΝ ΒΡΥΧΑΤΑΙ

Πέρασαν δύσκολα χρόνια και συνεχίζουν να περνούν
Η Ελλάδα δοκιμάζεται
Ευτυχώς οι δημοκρατικές δυνάμεις προσπαθούν να ανακόψουν τον κατήφορο

Ο Λέων της Βενετίας, το φτερωτό λιοντάρι μας,καιροφυλακτεί.
Ξέρει το λιοντάρι ότι έχει εχθρούς από πολλές πλευρές
Εχει εχθρούς, όσους δεν έχουν ελεύθερο πνεύμα

Εχει εχθρούς τα αποσχιστικά σκουλίκια -που ευτυχώς είναι λίγα και αγράμματα- έχει ακόμα
τους απέκειδες που φθονούν το ελεύθερο Ελληνικό Επτανησιακό πνεύμα.
Το φθονούν γιατί έχουν αδυναμία να το καταλάβουν.

Θα το βλέπουν όμως καθημερινά να εκπέμπει με την βοήθεια του Ευαγγελιστή Μάρκου
Θα εκπέμπει στους ΜΗΔΕΝ μεγάκυκλους. Θα εκπέμπει δηλαδή από το σημείο όπου μας οδήγησε
η ελλαδίτικη ψευτοκουλτούρα και η ντόπια στενομυαλιά

Επτανήσιοι

Γρηγορείτε

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2015

21η ΜΑΡΤΙΟΥ ΗΜΕΡΑ ΕΠΤΑΝΗΣΙΑΚΗΣ ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑΣ

Συναγωνιστές Επτανήσιοι
Φίλοι της κίνησης ''Επτάνησος Πολιτεία''
Ο εορτασμός της μέρας αυτής συμπίπτει με τα 4 χρόνια παρουσίας μας,στο διαδίκτυο.
Στα χρόνια αυτά έγιναν πολλά.
Δημιουργήσαμε ιστολόγιο,ομάδα,σελίδα.
Κυρίως όμως κάναμε ένα πράγμα με απόλυτη συνέπεια:

ΦΕΡΑΜΕ ΚΟΝΤΑ ΤΟΥΣ ΕΠΤΑΝΗΣΙΟΥΣ!!!


Από τα Κύθηρα και την Ελαφόνησο,προχωράμε στην Ζάκυνθο, Κεφαλονιά, Ιθάκη, Λευκάδα, Κάλαμο, Καστό,

Μεγανήσι και φτάνουμε στην Κέρκυρα την πρωτεύουσα της Πολιτείας μας,και συνεχίζουμε στους Παξούς,Οθωνούς και Ερείκουσα!
Πρέπει να γίνουν κι άλλα,αλλά η καθημερινότητα αυτά μας επέτρεψε!
Γιατί λυσσάμε με την Επτάνησο Πολιτεία; Για να το πω απλά και λαϊκά!
Η Επτάνησος Πολιτεία είναι το ΠΡΩΤΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ που ιδρύθηκε μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης.
Ιδρύθηκε στις 21 Μαρτίου του 1800 στην Κωνσταντινούπολη υπό την εποπτεία της Οθωμανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και διατηρήθηκε με τα προβλήματά του,μέχρι τις 8 Ιουλίου 1807.
Είχε σημαία δική της, στρατό,πρεσβευτές,νόμισμα και κυρίως ΣΥΝΤΑΓΜΑ.
Σηματοδότησε την απαρχή της μετέπειτα δημιουργίας του ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ.
Εγινε η προστατευτική φωλιά, των διωκόμενων αγωνιστών της ηπειρωτικής Πατρίδας μας.
Στα Επτάνησα έγινε τότε ένα πάντρεμα: αυτό της Βενετικής κουλτούρας με το Ελληνικό πνεύμα!
Γι'αυτό άλλωστε και διαπνεόμαστε με το δόγμα της ''καθ'ημάς Δύσης'',σεβόμενοι πλήρως το δόγμα της ''καθ'ημάς Ανατολής'' που πρεσβεύουν οι υπόλοιποι συμπατριώτες μας!
Στα χρόνια αυτά γίναμε όλοι σοφότεροι και απομονώσαμε υστερικούς και από τις δύο μεριές!
Αναδείξαμε και αναδεικνύουμε τον εκπληκτικό πλούτο του Ιονίου Νησιωτικού Τόξου.
Εχουμε ως πάγια επιδίωξη την καθιέρωση για ιστορικούς λόγους της σημαίας της Επτανήσου Πολιτείας,ως σημαίας της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων, την συντήρηση και διάδοση της μουσικής ντοπιολαλιάς μας, και της αυτοτελούς διδασκαλίας της ιστορίας μας,στα σχολεία των νησιών μας!
Τέλος θέλουμε την καθιέρωση της Ιερής αυτής μέρας,σαν μέρας Επτανησιακής Υπερηφάνειας,επίσημα από το Κράτος!
Φίλοι μου,δεν χρειάζονται μεγαλοστομίες και κραυγές!
Χρειάζεται μόνο γνώση και αγάπη για τον στόχο μας!

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2015

ΟΙ ΜΠΡΕΤΕΛΛΕΣ του Διον.Φλεμοτόμου

Ζακυνθινές παρόλες:
Μπρετέλλες: τιράντες.

Σάββατο 14 Μαρτίου 2015

ΠΙΣΤΟΜΑ του Κων.Θεοτόκη επιμέλεια ανάρτησης Δημ.Φωκά

Οταν, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὴν ἀ­ναρ­χί­α πού­χεν ἀν­τα­ριά­σει τὸν τό­πο δί­νον­τας εἰς ὅ­λα τὰ κα­κὰ στοι­χεῖ­α τὸ ἐ­λεύ­τε­ρο νὰ πρά­ξουν κά­θε λο­γῆς ἀ­νο­μί­α, ἡ τά­ξη εἶ­χε πά­λε στε­ρε­ω­θεῖ κ’ εἶ­χε δο­θεῖ ἀ­μνη­στεί­α στοὺς κα­κούρ­γους, τό­τες ἐ­πέ­στρε­ψαν τοῦ­τοι ἀ­π’ τὰ βου­νὰ κι ἀ­πὸ τὰ ξέ­να στὰ σπί­τια τους, κι ἀ­νά­με­σα στοὺς ἄλ­λους ποὺ ξα­ναρ­χόν­ταν ἐ­γύ­ρι­ζε στὸ χω­ριό του κι ὁ Μα­γου­λα­δί­της Ἀν­τώ­νης Κου­κου­λι­ώ­της.
Ἤ­τουν τό­τες ὣς σα­ράν­τα χρο­νῶν, κον­τός, μαυ­ρι­δε­ρός, μ’ ὄ­μορ­φα πυ­κνὰ σγου­ρὰ γέ­νια καὶ μὲ σγου­ρὰ τὰ μαῦ­ρα μαλ­λιά. Τὸ πρό­σω­πό του εἶ­χε χά­ρη καὶ τὸ βλέ­μα του ἤ­τουν χα­ϊ­δευ­τι­κὸ καὶ ἥ­με­ρο – ἀγ­κα­λὰ κι ἀν­τί­φεγ­γε μὲ πρά­σι­νες ἀ­να­λαμ­πές· τὸ στό­μα του ὅ­μως ἤ­τουν μι­κρό­τα­το καὶ κον­τό, δί­χως χεί­λια.
Ὁ ἄν­θρω­πος τοῦ­τος, πρὶν ἀ­κό­μα ρεμ­πε­λέ­ψει ὁ κό­σμος, εἶ­χε παν­τρευ­τεῖ. Κι ὅ­ταν πῆ­ρε τῶν βου­νῶν τὸ δρό­μο, γιὰ τὸν φό­βο τῆς ἐ­ξου­σί­ας, ἄ­φη­κε τὴ γυ­ναί­κα του μό­νη στὸ σπί­τι, καὶ τού­τη δὲν τοῦ ἐ­στά­θη πι­στή, ἀλ­λὰ μὲ ἄλ­λον, νο­μί­ζον­τας ἴ­σως πὼς ὁ Κου­κου­λι­ώ­της ἤ­τουν σκο­τω­μέ­νος ἢ ἀλ­λι­ῶς πε­θα­μέ­νος, εἶ­χε πιά­σει ἔ­ρω­τα, κι ἀ­π’ τὸν ἔ­ρω­τα τοῦ­τον εἶ­χε γεν­νη­θεῖ παι­δί, ποὺ ἄ­ξαι­νεν ὡ­στό­σο χα­ρι­τω­μέ­να καὶ ποὺ ἡ γυ­ναί­κα περ­σό­τε­ρο ἀ­γα­ποῦ­σε.
Ἐ­γύ­ρι­ζε λοι­πὸν ὁ λη­στὴς στὸ χω­ριό του τὴν ὥ­ραν ὅ­που βά­φουν τὰ νε­ρά. Κ’ ἐμ­πῆ­κε ξάφ­νου σπί­τι του, χω­ρὶς κα­νεὶς νὰ τὸ προ­σμέ­νει, ἐμ­πῆ­κε σὰ θα­να­τι­κό, ἀ­να­πάν­τε­χα τέ­λεια, κ’ ἐ­κα­τα­τρό­μα­ξεν ἡ ἄ­τυ­χη γυ­ναί­κα, ἐ­τρό­μα­ξε τό­σο, πού, παίρ­νον­τας τὸ ξαν­θό της παι­δὶ στὴν ἀγ­κα­λιά, τό­σφιγ­γε στὰ στή­θια της τρε­μά­με­νη, ἕ­τοι­μη νὰ λι­γο­θυ­μή­σει καὶ χω­ρὶς νὰ δύ­να­ται νὰ προ­φέ­ρει λέ­ξη κα­μιά.
Ἀλ­λὰ ὁ Κου­κου­λι­ώ­της πι­κρὰ χα­μο­γε­λών­τας τῆς εἶ­πε:
— Μὴ φο­βᾶ­σαι, γυ­ναί­κα. Δὲ σοῦ κά­νω κα­νέ­να κα­κὸ – ἀγ­κα­λὰ καὶ σοῦ πρέ­πει. Εἶ­ναι τὸ παι­δὶ τοῦ­το δι­κό σου;… Ναί;… Μὰ ὄ­χι δι­κό μου! Μὲ ποι­όν —λέ­γε! —τό­χεις κά­μει;
Τ’ ἀ­πο­κρί­θη ἐ­κεί­νη λου­χτου­κι­ών­τας:
— Ἀν­τώ­νη, τί­πο­τε δὲν μπο­ρῶ νὰ σοῦ κρύ­ψω. Τὸ φταῖ­σμα μου εἶ­ναι με­γά­λο. Μὰ, τὸ ξέ­ρω, κ’ ἡ ἐ­γδί­κη­σή σου θά­ναι με­γά­λη· κ’ ε­γὼ, ἀ­δύ­να­το μέ­ρος, καὶ τὸ νή­πιο τοῦ­το, ποὺ ἀ­πὸ τὸ φό­βο τρέ­μει, δὲ δυ­νό­μα­στε νὰ σ’ ἀν­τρει­ε­φτοῦ­με. Κοί­τα πῶς ἡ τρο­μά­ρα μὲ κλο­νί­ζει κα­θὼς σὲ τη­ρῶ. Κά­με ἀ­πὸ μὲ ὅ τι θέ­λεις, μὰ λυ­πή­σου τὸ ἄ­τυ­χο πλά­σμα ποὺ δὲν ἔ­χει προ­στα­σί­α.
Κα­θὼς ἐ­μι­λοῦ­σεν ἡ γυ­ναί­κα, ἐ­σκο­τεί­νια­ζεν ἡ ὄ­ψη του, ἀλ­λὰ δὲν τὴν ἀν­τί­κο­βγε. Ἐ­σι­ώ­πα­σε λί­γο κ’ ἔ­πει­τα τῆς εἶ­πε:
— Γυ­ναί­κα κα­κή! Δὲ ρω­τῶ τώ­ρα, οὐ­δὲ συμ­βου­λή σου, οὐ­δὲ σὲ λυ­ποῦ­μαι. Τ’ ὄ­νο­μα ἐ­κεί­νου θέ­λω. Ἐ­σὲ δὲ θὰ πει­ρά­ξω. Δὲ μο­λο­γᾶς το; Θὰ τὸ μά­θω· τὸ χω­ριὸ ὅ­λο γνω­ρί­ζει μὲ ποι­ὸν ἐ­ζοῦ­σες. Καὶ τό­τες θὰ θυ­σιά­σω καὶ τοὺς τρεῖς σας, θὰ πλύ­νω τὴ ντρο­πὴ πό­χω λά­βει ἀ­πὸ σᾶς, πλά­σμα­τα ἄ­τι­μα!
Ἐ­μο­λό­η­σε.
Κι ὁ Κου­κου­λι­ώ­της ἐ­βγῆ­κε ἀ­μέ­σως. Κι ἀ­φοῦ, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ὥ­ρα, ξα­ναμ­πῆ­κε στὸ σπί­τι, ἔ­βρη­κε τὴ γυ­ναί­κα του στὸν ἴ­διον τό­πο, ἀ­σά­λε­φτη, μὲ τ’ ἀ­πο­κοι­μι­σμέ­νο τέ­κνο στὴν ἀγ­κά­λη· τὸν ἀ­ναν­τρά­νι­ζε. Μὰ αὐ­τὸς ἐ­ξα­πλώ­θη κα­τα­γῆς καί, σὰ χορ­τά­τος, ἐ­κοι­μή­θη ὕ­πνον βα­θὺν ὣς τὸ ξη­μέ­ρω­μα.

Τὴν ἄλ­λην ἡ­μέ­ραν, ἀ­φοῦ ἐ­ξύ­πνη­σαν, τῆς εἶ­πε:
— Θὰ πᾶ­με στὰ χτή­μα­τά μας νὰ ἰ­δῶ μὴ καὶ κεῖ­να μού­χουν ἁρ­πά­ξει, κα­θὼς μοῦ­χε πά­ρει καὶ σὲ ὁ σκο­τω­μέ­νος.
—Τὸν σκό­τω­σες;

Τὴν ἡ­μέ­ραν ἐ­κεί­νην ὁ ἥ­λιος δὲν ἐ­φά­νη στὴν ἀ­να­το­λή, για­τὶ ὁ οὐ­ρα­νὸς ἤ­τουν γνέ­φια γε­μά­τος καὶ τὸ φῶς με­τὰ βί­ας ἐ­πλή­θαι­νε.
Κι ὁ Κου­κου­λι­ώ­της, βά­νον­τας φτιά­ρι καὶ τσα­πὶ στὸν ὧ­μο, ἐ­δι­ά­τα­ξε τὴ γυ­ναί­κα νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θή­σει μα­ζὶ μὲ τὸ παι­δί της. Κ’ ἔ­τσι ἐ­βγῆ­καν κ’ οἱ τρεῖς ἀ­πὸ τὸ σπί­τι.
Καὶ φτά­νον­τας εἰς τὸ χω­ρά­φι, ποὺ ἤ­τουν πο­λὺ νο­τε­ρὸ ἀ­κό­μη ἀ­πὸ τὴν προ­τη­τε­ρι­νὴ βρο­χὴ, ὁ λη­στὴς ἐ­βάλ­θη νὰ σκά­ψει λάκ­κο.
Δὲν ἐ­πρό­φερ­νε λέ­ξη καὶ τὸ πρό­σω­πό του ἤ­τουν χλο­μό, καὶ ὁ ἱ­δρώς, ποὺ ἔ­βρε­χε τὸ μέ­τω­πό του, ἔ­βγαι­νε κρύ­ος. Τὸ στα­χτὶ φῶς, ποὺ ἔ­πε­φτε ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νό, ἐ­χρω­μά­τι­ζε πα­ρά­ξε­να τὸν τό­πο· τὸ χι­νό­πω­ρο τὴν αὐ­γὴν ἐ­κεί­νην ἔ­λε­γεν ὅ­λη του τὴ θλί­ψη.
Ἡ γυ­ναί­κα ἐ­κοί­τα­ζε πε­ρί­ερ­γη κι ἀ­νή­συ­χη, καὶ τὸ παι­δά­κι ἐ­παι­χνι­δοῦ­σε μὲ τὰ γου­λιὰ καὶ μὲ τὰ χώ­μα­τα ποὺ ἀ­νά­σκα­φτεν ὁ κα­κοῦρ­γος. Κ’ ἐ­φά­νη γιὰ μιὰ στιγ­μὴν ὁ ἥ­λιος κ’ ἐ­χρύ­σω­σε τὰ ξαν­θὰ μαλ­λιὰ τοῦ νή­πιου, ποὺ ἀγ­γε­λι­κὰ χα­μο­γέ­λα­σε.
Κι ὡ­στό­σο ὁ λάκ­κος ἤ­τουν ἕ­τοι­μος. Κι ὁ Κου­κου­λι­ώ­της, ἀ­κουμ­πών­τας στὸ φτιά­ρι, εἶ­πε τῆς γυ­ναι­κός του:
— Βά­λ’ το πί­στο­μα μέ­σα!
πηγή:https://poihtikhalitheia.wordpress.com

Πη­γή: Ρέ­νου Ἡ­ρα­κλῆ Ἀ­πο­στο­λί­δη, Ἀν­θο­λο­γί­α τῆς Νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς Γραμ­μα­τεί­ας, Το Δι­ή­γη­μα ἀ­πό τὶς ἀρ­χές του στὸν 19ο αἰῶ­να ὣς τὶς μέ­ρες μας, Α’ τό­μος, Τὰ Νέ­α Ἑλ­λη­νι­κά, Ἀ­θῆ­ναι χ.χ. [α΄ δη­μο­σί­ευ­ση περ. Τέ­χνη, 1898-9].

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2015

Η ΓΟΛΑΝΑ του Θοδωρή Γεωργάκη


Βλέπετε την λαιμαριά στο λαιμό των αλόγων;

Γολάνα την λέμε στην Λευκάδα.