Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2026

ΒΙΛΑ ΚΟΚΟΤΟΥ ΚΕΡΚΥΡΑ





Η Βίλα Κοκοτού είναι ένα ιστορικό νεοκλασικό αρχοντικό που ανήκε στην οικογένεια του Αλέξανδρου Κοκοτού, ενός διπλωμάτη και επιτυχημένου επιχειρηματία, ο οποίος κατείχε χυτήρια στην Κέρκυρα.

Στις 24 Οκτωβρίου 1921, ενώ υπηρετούσε ως Δήμαρχος Κερκυραίων, εκπροσώπησε τον Δήμο Κέρκυρας ως νονός του Πρίγκιπα Φιλίππου γιού του πρίγκιπα Ανδρέα, κατά τη βάπτισή του.

Νονά ήταν η γιαγιά του, Βασίλισσα Όλγα της Ελλάδας,  σύζυγος του Βασιλιά Γεωργίου Α΄.
Την εκπροσώπησε στην τελετή η εγγονή της, Πριγκίπισσα Όλγα, κόρη του Πρίγκιπα Νικολάου της Ελλάδας και πρώτη ξαδέλφη του μωρού.

Η τελετή πραγματοποιήθηκε στον Ιερό Ναό του Αγίου Γεωργίου, εντός του Παλαιού Φρουρίου της Κέρκυρας.

Ο Πρίγκιπας Φίλιππος έγινε αργότερα σύζυγος της Βασίλισσας Ελισάβετ Β΄ της Μεγάλης Βρετανίας με τον τίτλο ''Δούκας του Εδιμβούργου''. 

*Πληροφορίες από το corfu vibes

Αποκατάσταση Βίλας Κοκοτού 

Προϋπολογισμός Πράξης: 1.200.000 €

Τελικός Δικαιούχος: Υπουργείο Πολιτισμού – Διεύθυνση Προστασίας & Αναστήλωσης Νεωτέρων και Σύγχρονων Μνημείων

Η πράξη αφορά στην αποκατάσταση και αξιοποίηση του διατηρητέου νεότερου μνημείου «Βίλα Κοκοτού», που βρίσκεται στον αρχαιολογικό χώρο του αρχαίου λιμένος της Κέρκυρας. Το έργο στοχεύει στη στέγαση ερευνητικών και εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων, υποστηρίζοντας την ολοκληρωμένη ανάδειξη του αρχαιολογικού χώρου.

*Πληροφορίες από το ertnews.gr Απρίλιος 2025

ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΔΡΑΚΟΝΤΑΕΙΔΗΣ: «ΣΤΟΥ ΜΕΣΣΑΛΑ»





 «Στις 14 Οκτωβρίου 1788, ημέρα κατά την οποία τιμάται η μνήμη του Αγίου Ιγνατίου, ο κόμης Στέφανο Μεσσάλα δεν έδειξε να ταράζεται από την ανακοίνωση του υπηρέτη του ότι εκπρόσωπος της πρεσβείας της Ισπανίας στη Ρώμη περίμενε στην είσοδο να ευαρεστηθεί ο κύριος κόμης να τον δεχτεί ώστε να του παραδώσει ένα σπουδαίο έγγραφο.

Επρόκειτο για την απόφαση του ισπανικού θρόνου να αναλάβει ο κόμης το υποπροξενείο της Ισπανίας στη Ζάκυνθο. Τα οφέλη ήταν πολλαπλά: απονομή διπλωματικού τίτλου, ζηλευτή οικονομική απολαβή, άμεση αναχώρηση από τη Ρώμη ώστε να μην αντιληφθούν οι πιστωτές ότι θα έχαναν τα λεφτά τους.
Η θητεία του κόμη Στέφανο Μεσσάλα στη Ζάκυνθο διήρκεσε είκοσι ένα χρόνια, ως το 1809, και δεν θα υπήρχε λόγος να μην παραταθεί, αν ο κόμης δεν είχε εκφραστεί υπέρ των Γάλλων δημοκρατικών, αν δεν πρόσφερε διευκολύνσεις σε λογής ελευθεροτέκτονες, σε καταζητούμενους και σε Ρωμιούς κήρυκες της ελευθερίας του Γένους των Ελλήνων. - Η προσωπική ζωή του μπορεί να σκανδάλιζε, το πάθος της χαρτοπαιξίας ήταν ανεκτό, αφού ικανοποιούσε τους τοκογλύφους δανειστές του, ενώ ταυτόχρονα μεριμνούσε για την αγωγή των παιδιών του, προς εξασφάλιση των οποίων είχε αγοράσει μεγάλες εκτάσεις γόνιμης γης σε μικρή απόσταση από την πόλη της Ζακύνθου. Για τους γηγενείς ήταν ο «κόντε Μεσσαλάς» και ο τόπος της περιουσίας του λεγόταν πια «στου Μεσσαλά».
Η φωτογραφία που έχουμε μπροστά μας χρονολογείται το 1928. Στο κέντρο η κυρία Μαίρη, δασκάλα, απόφοιτος του Αρσακείου Πατρών, φέρει δαχτυλίδι στον παράμεσο του αριστερού χεριού της. Τότε ήταν 35 ετών, πολύ αργότερα άρχισε να κρύβει την ηλικία της, επιμένοντας πως ήταν «όσο φαινόταν». Και είναι αλήθεια πως ως τα βαθιά γεράματά της είχε πρόσωπο λαμπερό, μάτια γκρίζας γάτας. Μπροστά της, η πρωτότοκη Λέλα με λευκό φόρεμα, στη μέση η Νανά με δαντελένιο κολαρίνο στο φόρεμά της, δίπλα στη Νανά ο Γιάννης, ο μοναχογιός. Άγνωστο το αγόρι δίπλα στον Γιάννη, στην μπουτονιέρα του όμως διακρίνεται λευκό άνθος.
Στη δεύτερη σειρά, ανάμεσα στην κυρία Μαίρη και στο άγνωστο αγόρι, ο Διονύσιος, σύζυγος της κυρίας Μαίρης, δάσκαλος, απόφοιτος μετ’ επαίνων του Σχολαρχείου Κερκύρας, φοράει λευκό πουκάμισο και φέρει λαιμοδέτη. Ο πατέρας των παιδιών, εννοείται. Εννοείται επίσης πως είναι βέβαιον ότι του μοιάζουν, ας μοιάζουν εξίσου στην κυρία Μαίρη. Το μουστάκι του άντρα στην αριστερή πλευρά της φωτογραφίας είναι ίδιο στην κόψη και στη φτιαξιά με το μουστάκι του Διονύσιου, εξ ου και το συμπέρασμα ότι πρόκειται για τον μεγαλύτερο αδερφό, τον Νικόλα, ο οποίος έχει το πουκάμισό του κουμπωμένο ως πάνω. Όσο για τον άντρα που στέκει πίσω από την κυρία Μαίρη, η υποψία μουστακιού ίδιου στην κόψη και στη φτιάξη με το μουστάκι του Διονύσιου και του Νικόλα επιτρέπει την υπόθεση ότι είναι ο έτερος αδερφός, ο νεότερος, ο Παναγιώτης.
Αυτή είναι η οικογένεια Τριβιζά, ιταλικής καταγωγής κατά τους ιστορικούς, από την πόλη Τρεβίζο, κάποιοι υποστήριξαν πως το όνομα προέρχεται από τους Τρεβιζάν, δόγηδες της Βενετίας. Όσο για την κυρία Μαίρη, το οικογενειακό της όνομα ήταν Μόζερα, γερμανικής καταγωγής κατά τους ιστορικούς, το όνομα Μόζερ δεν έχει, ευτυχώς, καμία σχέση με τα εβραϊκά Μόσες, Μόζες και άλλα τέτοια, η κυρία Μαίρη ήταν πάντα αυστηρή δασκάλα, έδερνε τα κακά παιδιά με μια ψιλή βέργα από κυδωνιά, που την έλεγε Σωφρονούλα και την άφηνε να αναπαύεται στην έδρα της στην τάξη. «Να μην ξυπνήσω τη Σωφρονούλα», απειλούσε τα κακά παιδιά και επικρατούσε ησυχία.
Η φωτογραφία που μας απασχολεί φέρει τη σφραγίδα του κυρίου Δάφνου, του γνωστότερου φωτογράφου της πόλης Ζακύνθου, που φρόντιζε να είναι παρών στο κουρείο του Πατρίκιου, όταν ο δάσκαλος Διονύσιος Τριβιζάς εμφανιζόταν εκεί, όποτε υπήρχε ανάγκη περιποίησης του μουστακιού του και τακτοποίησης της κόμης του. Ο κύριος Δάφνος άκουγε με τη δέουσα προσοχή τη συζήτηση ανάμεσα στον Πατρίκιο και στον δάσκαλο, όσο ο Διονύσιος Τριβιζάς καθόταν στην πολυθρόνα του κουρέα. Έλεγε πως η συζήτηση ήταν «ψυχωφελής». Χάρηκε μάλιστα ιδιαίτερα όταν πληροφορήθηκε από τον κουρέα πως ο δάσκαλος είχε αγοράσει τα χωράφια «στου Μεσσαλά» από τους απογόνους του κόμη Στέφανο Μεσσάλα, που είχαν καταχρεωθεί διάγοντας έκλυτο βίο ανά τις Βαβυλώνες της Ευρώπης, όταν πια είχαν εξαντλήσει όλα τα περιθώρια ασυδοσίας και οργίων στο νησί της Ζακύνθου. Ως απόδειξη της χαράς του για την αγορά «στου Μεσσαλά» από τον δάσκαλο, είχε μεταβεί επιτόπου για να φωτογραφίσει την οικογένεια Τριβιζά στη νέα περιουσία της.
Ο Διονύσιος, ο Νικόλας και ο Παναγιώτης είχαν φτύσει αίμα για να συγκεντρώσουν το ποσό της αγοράς, είχαν βάλει υποθήκη ό,τι είχαν και δεν είχαν, είχαν κάνει μετά συγχωρήσεως το σκατό τους παξιμάδι, είχαν παζαρέψει και είχαν πετύχει το καλύτερο.
Τα αμπέλια απλώνονταν ως εκεί όπου έβλεπε το μάτι. Τα μποστάνια ανηφόριζαν στην πλαγιά του κοντινού λόφου. Τα λιόδεντρα κατηφόριζαν προς τη δημοσιά. Και τα όρια της περιουσίας ήταν ανατολικά ως το λιθάρι του Μπάμπη τση Γάτας, δυτικά ως την ιτιά την κλαίουσα του Κουκουνάρα, νότια ως την ταβέρνα του Καρμανιόλου, βόρεια ως τις πέντε λεύκες του Κουκουλομάτη, δηλαδή του Τεμπονέρα.
Είκοσι χρόνια μετά από αυτήν τη φωτογράφιση, στις 14 Οκτωβρίου 1948, πριν χαράξει, ο δάσκαλος Διονύσιος Τριβιζάς πέθανε αιφνιδίως στο μικρό σπίτι που είχε χτίσει μπροστά στα αλώνια, όπου άπλωναν τη σταφίδα να ξεραθεί στον ήλιο. Είχε πάει «στου Μεσσαλά» για να γραδάρει το κρασί στα βαρέλια στο πίσω μέρος του μικρού σπιτιού. Τον βρήκε ο Νικόλας λίγες ώρες αργότερα. Τον βρήκε με τη σκελέα του ελαφρώς κατεβασμένη, φαίνεται πως ετοιμαζόταν να τραβήξει το δοχείον νυκτός, το λεγόμενο κατρουγυάλι, κάτω από το κρεβάτι του, για να κάνει το ψιλό του. Η διαθήκη του όριζε πως είχε προικίσει με ένα σπίτι στο κέντρο της πόλης της Ζακύνθου, «στο Γιοφύρι» και μετρητά τις κόρες του Λέλα και Νανά. Κληρονόμος της περιουσίας «στου Μεσσαλά» ήταν ο μοναχογιός του Γιάννης, γνωστός στους κακόγλωσσους ως ο «Εμβάσατε», λόγω των αλλεπάλληλων τηλεγραφημάτων προς τον πατέρα του να του στείλει χρήματα, αγωνιζόμενος να περατώσει τις σπουδές του στην Βαβυλώνα της Αθήνας.
Λόγω έλλειψης εμβασμάτων μετά τον θάνατο του Διονύσιου, ο Γιάννης, προκειμένου να μην εγκαταλείψει την Βαβυλώνα της Αθήνας, δεν έπαψε να πουλάει «στου Μεσσαλά», ανατολικά ως το λιθάρι του Μπάμπη τση Γάτας, δυτικά ως την ιτιά την κλαίουσα του Κουκουνάρα, νότια ως την ταβέρνα του Καρμανιόλου, βόρεια ως τις πέντε λεύκες του Κουκουλομάτη, δηλαδή του Τεμπονέρα.
ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΔΡΑΚΟΝΤΑΕΙΔΗΣ, ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΧΑΡΤΗΣ», Τ.11- ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2019 * από το καταπληκτικό προσωπικό ιστότοπο που χειρίζεται ο Διονύσης Βίτσος

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026

ΣΠΥΡΟΣ ΒΙΚΑΤΟΣ Ο ΚΕΦΑΛΟΝΙΤΗΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ*



Σπ. Βικάτος: Αυτοπροσωπογραφία (συλ. Α.Σ.Κ.Τ., 1928)

 Σπύρος (Σπυρίδων) Βικάτος (1878 - 1960) : "Διπλός χειμώνας". Λάδι σε καμβά, 60,1×49,1 εκ., 1929. Συλλογή της Τράπεζας της Ελλάδος.

Το μισό εικοστό αιώνα καλύπτει η δραστηριότητα του Σπύρου Βικάτου, ο οποίος άφησε τεράστιο ζωγραφικό έργο και τρεις δεκαετίες διδασκαλίας στη Σχολή Καλών Τεχνών.
- Γεννημένος στο Αργοστόλι, σπούδασε ζωγραφική στο "Σχολείον των Τεχνών" (1896-1900) με τον Νικηφόρο Λύτρα και τον Σπυρίδωνα Προσαλέντη και γλυπτική με τον Γεώργιο Βρούτο. Τις σπουδές του ολοκλήρωσε ύστερα στο Μόναχο, με τον Νικόλαο Γύζη και τον L. von Lofftz. Το 1909 διορίστηκε καθηγητής της σκιαγραφίας στη Σχολή Καλών Τεχνών, όπου και δίδαξε μέχρι το 1939. Κοντά του μαθήτευσαν οι Γ. Γουναρόπουλος, Σ. Λασκαρίδου, Σ. Παπαλουκάς, Γ. Σικελιώτης, Απ. Γεραλής, Γ. Τσαρούχης, Αγ. Αστεριάδης, Γ. Σπυρόπουλος κ.α. Κατά τη διάρκεια της ενεργού δραστηριότητάς του είχε κάνει (ή συμμετάσχει σε) πολλές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Το 1951 η Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου τον εξέλεξε επίτιμο μέλος της. Έργα του βρίσκονται σε πολλά μουσεία, πινακοθήκες και συλλογές.

Κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του δημιούργησε κυρίως προσωπογραφίες. Ζωγράφισε επίσης νεκρές φύσεις, θρησκευτικές συνθέσεις, σκηνές της καθημερινής ζωής και λίγα τοπία.

Στα τέλη του 19ου αι. και τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αποτέλεσε έναν από τους τελευταίους συνεχιστές της σχολής του Μονάχου. Στις τελευταίες δεκαετίες του έργου του, από το 1920 και ύστερα, θα υπερβεί την ακαδημαϊκή/ ιμπρεσιονιστική επίδραση και ο τρόπος της ζωγραφικής του πρακτικής θα αγγίξει τα εξπρεσιονιστικά όρια.

Ο Βικάτος ήταν κυρίως ζωγράφος του εργαστηρίου. Έπλαθε τη μάζα του χρώματος με το πινέλο, τη σπάτουλα, ακόμη και με τα δάχτυλα σα γλύπτης, "...ζωγράφιζε με αφάνταστη ταχύτητα και δεξιοτεχνία πλάθοντας και ζυμώνοντας το χρώμα με απτική αίσθηση" (Τώνης Σπητέρης "3 Αιώνες νεοελληνικής τέχνης 1660 - 1967", τ.Β', Πάπυρος 1979, σελ. 243). Χρησιμοποιούσε τεχνητό φως για τον τονισμό των θεμάτων των έργων του, τα οποία δεν επεξεργαζόταν λεπτομερειακά. Τον απασχολούσε η αποτύπωση όχι κάποιου τελειωμένου φυσικού σχήματος (εξ ου και η βαθμιαία κατάργηση των περιγραμμάτων) αλλά η στιγμή της καλλιτεχνικής δημιουργίας κατά την οποία η χειρονομία του ζωγράφου, παλεύοντας άμεσα με τη χρωματική ύλη, κάνει να ανασυρθεί από την άμορφη υπόσταση μια μορφή. Αυτό το μεταίχμιο ανυπαρξίας και ύπαρξης εξηγεί και την προτίμησή του για τα κεφάλια των γερόντων ως συχνά θέματα των έργων του. Αιτιολογεί ακόμα τα βαθιά, γήινα χρώματα και φόντα και τις έντονες φωτοσκιάσεις που χρησιμοποιούσε.

* του Ιωάννη Δρόσου δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα "Ελληνική Ζωγραφική και Γλυπτική 1680-1940"