Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2018

ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΜΟΡΤΗ του Γ.Π.Δρυμωνιάτη (Κύθηρα)

Η μάνα μας, που ήτανε πάντα η πιο ζωντανή της οικογενειακής μας παρέας, είχε ξυπνήσει από τις τρεις το πρωί κι επολέμα να ετοιμάσει τ’ ό,τι είχαμε χρεία για να ξεκινήσει το καραβάνι μας. Σε μία ώρα ήτανε να φύγομε για την Αγία Ελέσα. Μικρό το χωρίο μας, μεραζότανε τον παπά με πεντέξε άλλα κι έτσι μία στις πέντε χρονές ελάχαινε νάχομε εμείς λειτουργία τη νύχτα των Χριστουγέννων. Τσι χρονές που δεν είχαμε παπά, κανονίζαμε να εκκλησιαστούμε στα κοντινά μοναστήρια.  Αλλιώς δεν θα καταλαβαίναμε  Χριστούγεννα. Οι γραίες, από τ’ Αγιού Φιλίππου, που αρχινούσανε τη νηστεία, αρχινούσανε και τα παρακαλετά στον Κύριο, να τουσε κάμει καλό καιρό ανήμερα Χριστουγέννων, για να μπορέσουνε να κουβαληθούνε στα Μοναστήρια, να λειτουργηθούνε. Βέβαια εκείνος δεν τσι άκουε πάντα, τσι πιο πολλές φορές χιονιά και τσικνοβόρι τουν εφύλαε και τουν έβγαινε ο αδόξαστος να πάνε μία ώρα δρόμο με τα πόδια ή με το γαϊδαρο και μία για να γυρίσουνε οπίσω. Αλλά πααίνανε και πααίναμε πάντα.
            -Μπομποοοό, ακούστηκε η φωνή τση μάνας, ξύπνα τα παιδία, πρέπει ν΄ αριβάρομαι σε λιγάκι.
            Η λαλά μας είχε ξυπνήσει ήδη κι εκείνη κι επολέμα με μία μισοφαγωμένη βρούτσα να βάψει τσι μύτες των παπουτσιών της. Λυπότανε να τα βάψει ολόκληρα γιατί θα τση τέλειωνε γλήγορα το κάμελ. Αλλά οι μύτες γυαλίζανε πάντα σαν καθρέφτης. Την ακούαμε που χαρχάλευε στο δωμάτιό της και την βλέπαμε με την άκρη των ματιών μας, γιατί πολύ πριν φωνάξει η μάνα μας εγερτήριο, εμείς τα είχαμε ανοίξει τα ματάκια κι ονειρευόμασταν ξύπνιοι τη μαγεία της νυχτερινής διαδρομής, το σκαρφάλωμα στο βουνό της Αγίας Ελέσας, το μεσημεριανό Χριστουγεννιάτικο τραπέζι με όλα τ’ αγαθά του Αβραάμ απάνω του, ονειρευόμασταν όλη την ομορφιά της μέρας που ερχότανε. Χουζουρεύαμε κάτω από τσι μπατανίες και τα μαλινοσέντονα,   ακούγοντας το άγριο σφύριγμα του βοριά στα κάγκελα τση εξώπορτας και τη μελωδία από τσι ψιλές σταγόνες τση βροχής στο φεγγίτη τση ταράτσας κι όσο κι αν ήταν άγριος και βάναυσος ο καιρός, το αίσθημα του φόβου μαλάκωνε απ’ τη γλυκιά μυρωδιά του χριστόψωμου , που επίτηδες το είχε βάλει από εψές η μάνα μας στον καναπέ,  στο παιδικό δωμάτιό μας.
Στα καλά καθούμενα, την ώρα που ερχότανε ο πατέρας να μας σηκώσει, ο Μόρτης, ο αγαπημένος μας σκύλος, έσυρε ένα μακρύ βαβλητό, ένα παράξενο κλάμα, που κατέληξε σ’ ένα θλιμμένο ουρλιαχτό. Κάπου ήταν κρυμμένος σε κάποια γωνία της αυλής κι από τον τρόπο που έκλαιγε, καταλάβαινες πως έτρεμε κιόλας.
            - Ξου μωρέ, φώναξε ο πατέρας, ξου κι είναι γρουσουζία να κλαίεις. Ανάραχο είδες πανάθεντά σε!
            Δεν πρόκαμε να τελειώσει την κουβέντα του. Μία εκτυφλωτική αστραπή κι αμέσως ένα δαιμονισμένο μπουμπουνητό συντάραξαν ολόκληρο το σπίτι κι έκοψαν το ουρλιαχτό του Μόρτη στη μέση.
            - Μερτιδιώτισσά μου ξεφώνησε η γιαγιά, αστροπελέκι ήτανε, ποδιά ‘πό πάνω έπεσε, το τράβηξ’ η Μεγάλη Πέτρα. Καλά που υπάρχουνε κι αυτοί οι βράχοι και λούζουνται αυτοί, για λογαριασμό των σπιτιώνε μας τη φωτία του Θεού.
            Η μάνα είχε περιορίσει προς στιγμή την έντονη κινητικότητά της και με αργές κινήσεις έβανε μες στο στράιστρο το χριστόψωμο και τ’ άλλα καλούδια που θα παίρναμε μαζί μας.
            -Μεγάλη τραβάγια, παραμίλησε. Να ντυθούνε γερά τα παιδία. Κι ο Μόρτης; Κακό όνειρο έβλεπε; Είντα χάμαρι έκλαιγε ετσά; Φύλαέ μας Παναγία μου κι Αγία μου Ελέσα!
            - Λαλείτε! Ακούστηκε η φωνή της γιαγιάς. Πρέπει να ξεκινούμε. Πρέπει να φτάσομε στην εκκλησία πριχού προσκομίσει ο παπάς τ’ άγια δώρα.
            - Λαλούμε , είπε ο πατέρας. Τυλιχτείτε με τσοι μποξάδες και τσοι γαμπάδες και να φορτώσομε τσοι γαϊδάρους. Πάρτε και ομπρέλες κι ας τον έχει πάρει ο διάολος τον αέρα. Ρίχνει ψιλό-ψιλό, μα δε θέλει και πολύ να τηνε φέρει τη χοντρή, μη γεννούμε παπία.
            - Αγία μου Ελέσα μου, πάαινε μπροστά στο δρόμο μας, ακούστηκε να ψιθυρίζει η μάνα την ώρα που ξεκινούσαμε, στις τέσσερες το πρωί ακριβώς.
Οι κουβέντες στο δρόμο ήταν λιγοστές. Σκοτάδι Άδης και ξεροβόρι άγριο, δεν άφηναν περιθώρια διαλόγων και μόνο μονόλογοι γινόντουσαν στις σκέψεις ολωνών μας, περιστρεφόμενοι κυρίως γύρω από τους κινδύνους του νυχτερινού ταξειδιού με κόντρα τον παλιόκαιρο, κόντρα και το κακοτράχαλο βουνό με τους κρεμάμενους βράχους πάνω από το ελικοειδές μονοπάτι που έπρεπε να διασχίσομε για να σκαρφαλώσουμε ως το Μοναστήρι, στη κορυφή του βουνού, στο μικρό οροπέδιο που σχηματιζόταν εκεί πάνω.
            Καθόμουνα στην καπούλα του μεγάλου μας γαϊδάρου, κρατώντας με τα παγωμένα μου δάχτυλα σφιχτά  τα σκαρβέλια κι ακούγοντας μόνο την ανάσα μου που μπαινόβγαινε από την πλέξη του μποξά, που με τύλιγε μέχρι τη μύτη. Που και που ακουγόντουσαν και κάποιες στριγκιές του Μόρτη, που πάντα προπορευόταν στα ταξείδια μας.
            - Αφού ήταν τόσο ζόρικα τα Νικολοβάρβαρα, δεν θάπρεπε μπε μάνα νάναι καλός ο καιρός τα Χριστούγεννα;
            Η γιαγιά δεν έδωσε άμεση απάντηση στον πατέρα. Φαίνεται πως η σκέψη μέσα στο σκοτάδι και στο φόβο λειτουργεί πιο αργά, γιαυτό πέρασαν ίσως δυο λεπτά μέχρι π’ ακούστηκ’ η φωνή της.
            - Ετσά συνήθως γίνεται. Μα δε βλέπεις που οφέτος τον ετάραξε το γλυκί του!
            - Και μ’ αυτή την υγρασία μη κυλήσουνε τίοτα βράχοι από τα ψηλά, μουρμούρησε ο πατέρας. Τσοι ξάνοιγα από το καλοκαίρι κι εκειά στην απάνω στροφή, πριν αναδιάσομε το μοναστήρι, οχτακόσοι κρεμόντουσαν έτοιμοι να πάρουνε τα κάτω.
            -Αυτοί κατρακυλήσανε με τσι πρώτες βροχές, είπε η γιαγιά.
            - Έλα χριστέ μου, πάντα υπάρχουνε κι άλλοι έτοιμοι, ο Θεός να βάλει το χέρι του, είπε με τρόμο η μάνα και σταυροκοπήθηκε κάτω από το γαμπά της.
Πραγματικά, όλοι οι πρόποδες και μπροστά ανατολικά, μα πιο πολύ από την πίσω πλευρά του βουνού, ήταν σπαρμένοι με τεράστιους βράχους, που κατά καιρούς είχαν ξεκολλήσει από τα ψηλά και είχαν πάρει ανεξέλεγκτοι την κατηφόρα. Μα φύλαε ο Θεός και ποτέ δεν είχε ακουστεί ατύχημα, ποτέ δεν είχανε βλαφτεί άνθρωποι και ζώα. Ισορροπούσανε μετά την κατρακύλα σε κάποιο επίπεδο σημείο και τρουλαρίζανε εσαεί εκεί , σαν αγαθοί γίγαντες που δεν είχανε πλέα όρεξη για μάχη. Πάντα όμως στα ψηλά απομένανε κάποιοι μάχιμοι κι αυτούς φοβότανε η μάνα.
            Είχαμε προσπεράσει πια τα Γερακιάνικα κι ανηφορίζαμε στην πλαγιά του βουνού. Ένα ελαφρύ φως είχε αρχίσει να έρχεται από την ανατολή και ξεχωρίζαμε τώρα ανατολικά το  Στραπόδι και τους Αγίους Ακινδύνους και ψηλά προς τα ουράνια τους κρεμάμενους μαύρους βράχους, που ορθωνόντουσαν άγριοι λίγες δεκάδες μέτρα πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Η μπόρα είχε σφίξει κι ο βοριάς δεν σταμάτησε ούτε λεπτό να φυσά μανιασμένα. Ωστόσο το ταξείδι μας συνεχιζότανε βουβό, ανηφορικό και μόνο ένα τέταρτο της ώρας θέλαμε για να καβαντζάρουμε τους βράχους και να εισέλθουμε στην αγιωτική ηρεμία του μοναστηριού. Ο Μόρτης προπορευότανε πάντα, μπροστοφύλακας της οικογένειας, με βήμα σταθερό και βλέμμα ανέκφραστο, που μόνο όταν έστρεφε το κεφάλι προς τα πίσω κι έβλεπε πως όλοι ήμασταν καλά αναγάλλιαζε προς στιγμή και συνέχιζε ύστερα την αποστολή του.
            Έτσι προχωρούσαμε κι εκείνη τη στιγμή, που τίποτα δεν έδειχνε το κακό που θα ακολουθούσε. Μία στροφή χρειαζότανε για ν’ αναδιάσουμε το μοναστήρι, να μπούμε στο ίσιωμα του οροπεδίου, πέντε λεπτών υπόθεση ήταν, όταν ο Μόρτης ούρλιαξε ξαφνικά, ξεστράτισε απ’ το δρόμο, βγήκε απάνω στην πλαγιά, σήκωσε τα μπροστινά του πόδια πάνω σ’ ένα κρεμάμενο βράχο και ουρλιάζοντας φαινότανε πως προσπαθούσε να τον εμποδίσει, να μην τον αφήσει να ξεκολλήσει.
            - Σταματάτε, φώναξε έντονα ο πατέρας. Ο βράχος ξεκολλά!
            Τα πόδια μου κόπηκαν. Έβλεπα την προσπάθεια του Μόρτη κι ήμουν ήδη ψυχή που ανέβαινε στους αιθέρες. Ο βράχος μάς σημάδευε, η κλίση του ήταν προς το μέρος  μας , ο δαίμονας μάς είχε βάλει στο σημάδι.  Δεν πρόλαβα να κάμω άλλες σκέψεις.
            - Μερτιδιώτισσα! , ακούστηκε ταυτόχρονα από τα στόματα των μεγάλων.
Ο  βράχος είχε ξεκολλήσει  από της μάνας του την αγκάλη. Ένα μακρόσυρτο αουβ, ένα πανδαιμόνιο θορύβου από κλαδιά που σπούσαν, η γη που έτρεμε κάτω από τα πόδια μας. Ο τεράστιος βράχος πέρασε τρία μόλις μέτρα από μπροστά μας και συνέχισε κατρακυλώντας προς τα κάτω.
            ‘Κείνη την ώρα η καμπάνα της Αγίας Ελέσας κτυπούσε χαρμόσυνα, αναγγέλλοντας την γέννηση του Υψίστου, μας καλούσε τους πιστούς στην εκκλησία.
  
            Θεέ μου, ήμασταν κι εφέτος όλοι εκεί, γονατιστοί μπροστά στην εικόνα της Αγίας, προσεχτικοί στις ευχές και στα παρακάλια μας, αισιόδοξοι ίσως ακόμη.
            Απ’ το προαύλιο όμως της εκκλησίας έλειπε ο Μόρτης μας, ο πιστός μας Μόρτης , το καλό μας σκυλί, που πάντα καρτερικά περίμενε εκεί, στην πίσω γωνία δεξιά για να μας υποδεχτεί μόλις βγαίναμε από την λειτουργία κουνώντας χαρωπά την ουρά του. Σήμερα ο Μόρτης  έδωσε τη ζωή του στο βράχο, που πέτρινος, ψυχρός, αδυσώπητος, επιζητούσε να συνθλίψει κάτω από το βάρος του τα κεφάλια όλης της οικογένειάς μας, εξαργύρωσε με τη ζωή του τη ζωή μας.
            Ήταν τα τελευταία Χριστούγεννα του Μόρτη μας, που η μνήμη του αιώνια θα μένει στην καρδιά μου, μνήμη αυτοθυσίας και αλτρουισμού, παράδειγμα που ελάχιστοι άνθρωποι θα μπορούσαν να μου δώσουν.

-

το μοναστηράκι της Αγίας Ελέσας ψηλά στα νότια του νησιού



Στη Φελωτή, εκατοντάδες βράχοι που κύλησαν από την Αγία Ελέσα
αναπαύονται εκεί

Χριστουγεννιάτικο λαογραφικό διήγημα
του Γ.Π.ΚΑΣΙΜΑΤΗ-ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗ
γραμμένο στο τοπικό γλωσσικό ιδίωμα των Κυθήρων
από την ανέκδοτη συλλογή :
"ΣΤΗΝ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΖΩΗ ΜΟΥ ΗΜΟΥΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣ"
Αναρτήθηκε 23 Δεκέμβρη 2010

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2018

ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΩ επιμέλεια Σοφίας Σουμελά

Μαρία "Κουτσοχέρω": Μια γνήσια εκπρόσωπος της λαϊκής τέχνης της Λευκάδας. 



Πρόκειται για τη Μαρία Σταύρακα γεννημένη στην Καρυά ανάμεσα στο 1860-1865. Απέκτησε το προσωνύμιο "Κουτσοχέρω" γιατί είχε χάσει το δεξί της χέρι όταν σε μικρή ηλικία, μετά από σπάσιμο η πληγή μολύνθηκε, και οι γιατροί αναγκάστηκαν να το κόψουν πάνω από τον αγκώνα.
Αργότερα έπεσε πάλι, έσπασε και το αριστερό το οποίο έμεινε ανάπηρο. 

Παρά την αναπηρία της μαθαίνει να κεντάει και επινοεί την "καρσανική" βελονιά που την κάνει γνωστή, πρώτα στη Λευκάδα και αργότερα στην υπόλοιπη Ελλάδα.

Προσπαθεί να μεταδώσει τις γνώσεις της γύρω από τη νέα τεχνική όμως ελάχιστοι γονείς εμπιστεύονται τα κορίτσια τους στην "τρελο-Μαρία" την κουτλή. Η Μαρία, ανήσυχο πνεύμα, με απίστευτο δυναμισμό και πείσμα, επιμένει. Κάποια στιγμή η Ζωή Βαλαωρίτη, νύφη του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, πληροφορείται για την αξιόλογη αυτή λαϊκή τέχνη, την επισκέπτεται και μένει έκθαμβη από την ιδιότυπη τεχνική και την εφευρετικότητα της Μαρίας. Συνεννοείται με την τότε βασίλισσα Σοφία και ιδρύει στην Καρυά τη "Σχολή Κεντημάτων"(1912) στην οποία η Μαρία διδάσκει έως λίγο πριν από το θάνατό της το 1948. 

Έτσι έγινε πασίγνωστη η ιδιότυπη τεχνική που χαρακτηρίζει την πλούσια παράδοση του νησιού η οποία έχει δώσει θαυμάσια δείγματα κεντητικής τέχνης, με μοναδικής έμπνευσης σχέδια και ζωηρά χρώματα.

- Σημείωση σύνταξης Επτανήσου Πολιτείας:

Η καρσάνα κεντήστρα ευαισθητοποιείται, ψάχνει τολμάει και δημιουργεί νέα τεχνοτροπία και νέες συνθέσεις. Στη θέση της σταυροβελονιάς εμφανίζεται η  «Καφασοβελονιά», «το λοξό πλακέ» και το « Σταυρογάζι» .
Το βασικό στοιχείο της διαφορετικότητας στην καρσάνικη βελονιά είναι ο καινούριος τρόπος που οι κεντήστρες τρυπούν τις διασταυρώσεις των κλωνιών στημονιού – υφαδιού, ο αριθμός των κλωνιών που η κάθε βελονιά καλύπτει και η κατεύθυνση της κλωστής κατά την κάλυψη ( τεχνική κεντήματος ) και τα σχέδια που προέκυπταν κατά τη διάρκεια των διακοσίων περίπου ετών που οι γυναίκες μας δούλεψαν στο  κέντημα.
Διακρίνουμε τρεις τεχνικές στο καρσάνικο κέντημα: Η Καφασοβελονιά, το Πλακέ και  το Σταυρογάζι. Τα σχέδια του κεντήματος είναι : η Κούπα, το Ψαράγκαθο, οι Ρόδες, η Σφραγίδα, η Λύρα, τα Φιοράκια, το φελί, το Μοτίφ


Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2018

ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΟΥ 1864 της Δανάης Μυλωνάκη


Αυτό είναι ένα πρακτικό των εκλογών του 1864 στο χωριό Ρομίρι που βρήκαμε στους εκλογικούς καταλόγους της Ζακύνθου. 
Πρόκειται για τις ιστορικές εκλογές που εξέλεξαν τους επτανησίους αντιπροσώπους για το ελληνικό κοινοβούλιο, μετά την Ένωση. 
Γραμματέας της Επιτροπής αναφέρεται ο προπάππους της μητέρας μου Σπυρίδων Διουνυσίου Μοτσενίγος.
Επειδή ήταν κάτοικος της πόλης, υποθέτω ότι οι εγγράμματοι Ζακύνθιοι είχαν διαμοιραστεί στα διάφορα χωριά για να κρατήσουν τα πρακτικά της εκλογικής διαδικασίας.

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2018

Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ ΥΜΝΕΙ ΤΟΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΝ ΤΟΝ Ε' ***

Βρισκόμαστε στα 1871 και ο Καλλίνικος Καστόρχης, Μητροπολίτης Φθιώτιδας και Λοκρίδας μεταβαίνει στην Οδησσό για να παραλάβει τα λείψανα του μαρτυρικού Γρηγορίου του Ε'. 
Ο Καλλίνικος είναι βαθειά συγκινημένος γιατί είναι ''παιδί'' της Δημητσάνας Αρκαδίας και το 1820 τον είχε καλέσει ο συχωριανός του , ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε' στην Κωνσταντινούπολη, όπου τον χειροτόνησε πρεσβύτερο. Σήμερα αναλαμβάνει αυτός να μεταφέρει τον Μεγάλο νεκρό στην Πατρίδα.
Ο ανηψιός του, Ευθύμιος Καστόρχης πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών, απέστειλε επιστολή στον Επτανήσιο Λευκαδίτη Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, ζητώντας του να συνθέσει ένα ποίημα, έναν ύμνο, για τον τραγικό και ηρωικό Πατριάρχη. Η επιστολη βρίσκει τον δικό μας ποιητή στη Μαδουρή και  στην σκιά της ιστορικής ελιάς της έπαυλής του, αρχίζει να γράφει με το πάθος που τον διακρίνει.
Στις 10 Μαρτίου του 1872 ξεκινάει το ταξίδι του για την Αθήνα ώστε στις 25 Μαρτίου να εκφωνήσει το πόνημά του.
Η μεγάλη μέρα έφτασε και ο Βαλαωρίτης εκφωνεί τον παιάνα του μπροστά από τον ανδριάντα του ιεράρχη , παρουσία του βασιλιά Γεωργίου Α'.
Τελειώνει λέγοντας:

...Κοιμάται κι ονειρεύεται...και τότε θα ξυπνήσει.
όταν στα δάση,στα βουνά,στα πέλαγα βροντήσει
το φοβερό μας κήρυγμα...Χτυπάτε πολεμάρχοι!...
Μη λησμονείτε το σχοινί, παιδιά, του Πατριάρχη. 

Στο νησί κατόπιν εράνου μεταξύ ΟΛΩΝ των κατοίκων, αναγράφεται σε ένα χρυσό αριστείο που του παραδίδουν:
                           
                                Η ΛΕΥΚΑΣ ΣΕΜΝΥΝΟΜΕΝΗ

Μαζί με αυτό , παραδίδονται δάφνινα στεφάνια από τους Δήμους του νησιού. Η αφιέρωση ήταν έμπνευση του ιδίου όταν ρωτήθηκε για το τι θα ήθελε να γράψουν στο αριστείο.
Όλα αυτά μαζί με την αργυρή θήκη που περιέχει οστούν του Πατριάρχη και του δωρήθηκε μετά την απαγγελία, έχουν παραχωρηθεί από την οικογένειά του στο μουσείο Μπενάκη.
Ο μεγάλος Λευκαδίτης ποιητής λοιπόν, γύρίσε στο νησί του, όπως γυρίζουμε όλοι οι Επτανήσιοι στο καταφύγιό μας όταν δεχόμαστε επιθέσεις κοντόφθαλμων ή έστω ανθρώπων που δεν μας καταλαβαίνουν. Οι επιθέσεις ήταν πολλές και άδικες γιατί η ποίηση ΔΕΝ κρίνεται και κυρίως ΔΕΝ κατακρίνεται. 
- Πρώτα ξεκίνησαν οι καθαρευουσιάνοι φοιτητές που ήθελαν προφανώς έναν ύμνο γραμμένο στην αποστεωμένη καθαρεύουσα!
- Συνέχισε ο καθηγητής Δημήτριος Βερναρδάκης και μετά από χρόνια ο δικός μας καθηγητής ο Ληξουριώτης Σπύρος Μαρινάτος.
Το μικρό μας ιστολόγιο με την μεγάλη απήχηση, αφιερώνει το μικρό αυτό κείμενο στον μεγάλο Λευκαδίτη ποιητή και σε όσους ασχολούνται σιωπηλά, με την επτανησιακή κουλτούρα.


Πηγές:
Εγκυκλοπαιδικό λεξικό Ήλιος
Αρχεία εφημερίδας Χανιώτικα Νέα

*** Γρηγ, Μαρκέτος παιδίατρος, μελετητής Επτανησιακής κουλτούρας



Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2018

Ι.Ν.ΑΓΙΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΑΣ ΑΝΝΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ του Νικ.Γρηγορόπουλου

Κτίσθηκε το 1700 από τη Θεοδωρέλλα, θυγατέρα του Νικολάου Βερβιτσιώτη, η οποία μετέτρεψε την κατοικία της σε ναό και τον προικοδότησε με πολλά κτήματα στην πόλη και τα χωριά.
Το 1714 με νοταριακή πράξη περιήλθε στην συντεχνία των "αργαστηριαραίων των φαουλάρικων'' ή «καζαρόλων» (casaroli),των κατόχων δηλαδή εμπορικού καταστήματος εδωδίμων προϊόντων. 

Το εργαστήρι ή αργαστήρι με την έννοια του εμπορικού καταστήματος είναι σύνηθες στις πηγές της εποχής εκείνης, γράφει Σπύρος Καρύδης, στο βιβλίο του «Ορθόδοξες αδελφότητες και συναδελφικοί ναοί στην Κέρκυρα»
Η εκκλησία καταστράφηκε από τον βομβαρδισμό των Γερμανών το 1943 και επισκευάστηκε το 1950 με την συνδρομή ευσεβών, γράφει η εντοιχισμένη πινακίδα.
Πάνω από την θύρα του ναού είναι εντοιχισμένο το οικόσημο της οικογενείας Βερβιτσιώτη.

Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2018

400 ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ Η ΕΠΤΑΝΗΣΟΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑ !!!

Μεγάλη η συγκίνηση , μεγάλη η τιμή , μεγάλη η ευθύνη...
Το ιστολόγιο του αγωνιζόμενου Επτανησιακού Λαού, των συνεχιστών των αγώνων για αξιοπρέπεια , για συντήρηση της τοπικής ιστορίας των νησιών μας , για συνέχιση της ντοπιολαλιάς , για καθιέρωση της 21ης Μάρτη σαν ημέρας Επτανησιακής Υπερηφάνειας...
Αυτό το μικρό ιστολόγιο, έφτασε τις 400 χιλιάδες αναγνώσεις χάρις σε σας και μόνον χάρις σε σας...
Συνεχίζουμε ακάθεκτοι και πιο μαχητικοί, υπηρετώντας τη φωνή της ψυχής μας...

Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2018

ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΠΡΕΒΕΖΑΝΑ ΑΡΓΟΣΤΟΛΙΟΥ 8 ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ

Η Παναγία η Πρεβεζάνα (Κυρία Αναφωνήτρα στο εικόνισμα) είναι σύγχρονο αντίγραφο εικόνας στο ναό του Αγίου Νικολάου των Καθολικών στο Αργοστόλι της Κεφαλονιάς.
 Η παράδοση λέει πως, γύρω στα 1485, έπλεε στα ανοικτά της Πρέβεζας καράβι με ορθόδοξο καπετάνιο, που είδε την εικόνα στο νερό αλλά δεν τη μάζεψε. Την εικόνα είχαν ρίξει οι χριστιανοί από την Πρέβεζα στην θάλασσα, για να την σώσουν από τους οθωμανούς όταν έφυγαν οι Τόκκοι.
Αργότερα πέρασε καράβι με καθολικό καπετάνιο τον Πάγκαλη με μαλτέζικο πλήρωμα, που ανέσυρε την εικόνα και την αφιέρωσε στον ναό του Αγίου Νικολάου. 
Ο μητροπολίτης διέταξε να παραδοθεί η εικόνα στον ορθόδοξο ναό του Αγίου Νικολάου, όμως το επόμενο πρωί η Παναγιά η Πρεβεζάνα είχε γυρίσει στην καθολική εκκλησία, όπου και παρέμεινε, πικραμένη για την αμέλεια του ορθόδοξου καπετάνιου που την άφησε στη θάλασσα.
 Παρόλο που οι ορθόδοξοι πίστευαν ότι οι καθολικοί την πήγαιναν κρυφά το βράδυ, όταν κάθησαν και φύλαξαν, είδαν ένα φως να ξεκινάει από την πόρτα του Σωτήρα και να καταλήγει στην Φραγκοκλησιά!!!
Βέβαια τα πράγματα ήταν μόλτο ντιφίτσιλε. Η εικόνα ανήκε στους καθολικούς, αλλά η τεχνοτροπία ήταν βυζαντινή.
Τελικά υπογράφτηκε κονκορδάτο και αποφασίστηκε τρεις μέρες το χρόνο να μπαίνουν οι ορθόδοξοι και να την τιμάνε. Επίκεντρο ήταν η 8η Σεπτέμβρη και το τριήμερο διαχειρίζονταν οι οικογένειες Ρωμάνου , Κοσμετάτου και ο Δήμος.
Οι τρεις αυτές μέρες ήσαν μαρτυρικές για τους φράρηδες που έβλεπαν με δικαιολογημένη εχθρότητα την ορθόδοξη ''εισβολή''. Όταν μάλιστα τελείωνε το τριήμερο , οι καθολικοί απολύμαιναν με σχολαστικότητα τον χώρο από την ορθόδοξη μαγαρισιά.
Το έθιμο κράτησε μέχρι το 1938 οπότε το κατάργησε ο ορθόδοξος δεσπότης  που μάλιστα πήρε την εικόνα από τους καθολικούς με την ευκαιρία του ελληνοϊταλικού πολέμου.
Οι Ιταλοί κατέκτησαν το νησί και η εικόνα μετακινήθηκε πάλε.

- Ευχαριστώ θερμά την Δημήτρια Φωκά για τις πληροφορίες από το βιβλίο του Δημήτρη Λουκάτου ''Κεφαλονίτικη Λατρεία'' 1946 και ευχαριστώ ιδιαίτερα τον Παναγιώτη Κλαυδιανό για τις δικές του πληροφορίες και την φωτογραφία της εικόνας.