Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2016

Ο ΚΟΝΤΕΣ ΚΑΙ Ο ΝΟΝΤΣΟΛΟΣ

Γιορτάδες έρχονται και ο κόντες Αλοϊσιος κάθεται στεναχωρημένος στον παράδεισο. Νοιώθει μιαν αγκούσα στο στήθος...
Τέτοιες μέρες του λείπει η ίζολα.
Οι ρούγες...οι πλατείες...τα φιόρα...οι εκκλησίες...
Ο νόντσολος κάθεται δίπλα του. Σιωπηλός...
Τόσο σιωπηλός σαν τσι καμπάνες του καμπαναρίου τ'Αγίου.
Λυπήθηκε ο Θεός και τσου έδωκε δέκα πρετσιόζα μινούτα να κατέβουνε στο πλατύφορο.
Στα μαύρα ντυμένοι και οι δύο.
Ο κόντες με την βελούδινη μπέρτα και ο νόντσολος με το μαύρο ράσο.
Σε δευτερόλεφτα είναι εκεί...
Μπροστά στη στάτουα του Σολωμού!
Μα πούναι οι Αγιοι Πάντες; Τι πράμα είναι τούτο στην θέση τσου;
ΑΑΑ αυτό γράφει Δημαρχείο... Τι κεφάλα είναι ετούτη στη φανέστρα; Μια καραμπάτσα με βαμμένα μαλλιά...
Τι τηράει ο βλοημένος;
Ωχ...φροκάγια...παντού φροκάγια...
Πως τα κατάφερε να γίνει το Τζάντε σκουπιδότοπος;
Ελα μην αργούμε , φέξε μου με την τόρτσα να δω και πιό πέρα.
Ωχ τι γλέπω;
Ευτούνη είναι η πλατεία ρούγα μάτγια μου;
Αυτά είναι τα κάρα πούχουνε τώρα οι τρίβολοι; Τι άσκημα βόλτα είναι τούτα;
Ποιοί μασκαλτσόνοι το κάναν έτσι το νησί;
Βήμα δεν κάνω άλλο...
Τελέψαμε, δεν θέλω να δω άλλο.
Κορέτο στη ψυχή μου, μέρες γιορτινές...
Ουστ απεδώ δεούτελα. Άλλα αφήκανε οι αντενάτοι σας και άλλα θα αφήκετε εσείς!
Πάμε Σκοπιώτη μου...πάμε...
Ο,τι πεις αφέντη Δελλαδέτσιμα...Στσι προσταγές σου...

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου