Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2016

ΑΝΤΡΑ Θ'ΑΣΚΩΘΩ ΓΙΑ ΖΥΜΩΜΑ του Οθωνα Μιχαλά

Ο Τσάντος ο Τζάγκλας ανασκαλεύτηκε, κάτω από το στρωσίδι, στη στρώμνη του, με το πρώτο λάλημα του πετεινού.
 Τρίξανε τα τριτσέλια από το κούνημα. 
Με το 'να μάτι είδε, στη χαραμάδα π' αφήνανε τα σκούρα τση φανέστρας, κλεισμένα λιμπρέτο, ν' αχνοφεγγάει η τραμουντάνα. 
Εδωκε μια, με το κλιστσί του, στα ποδάρια τση συμβίας του, τση Μαρίας τσ΄Αγυριώτισσας, κατά πως τηνε καλούνε οι αποδέλοιποι.
- Μαρία; αναρωτήθηκε. Δεν ήτονε και σικούρος πως έτσι τηνε βάχτισε ο παπάς! 
Τονε πήρε η σκοτούρα του πρωϊού και ξανάκλεισε τα μάτια.
Η Μαριώ, γιατί Μαριώ τηνε λέγανε, τινάχτηκε σα να τηνε δάγκασε όφις. Εβαλε το ροκέτο, μια σάρτζα παναπεί καθημερνή, έδεσε τη μπροστέλα και το τζιπούνι κι έριξε από πάνω μια γιακέτα.
Εφερε μια γύρα το χέρι να σιγουρευτεί που τα μαλλιά τση ήτονε δεμένα στσι μέρζες, κι εβγήκε από το σπίτι.
Τράβηξε στο κοντράκι για την ανάγκη τση κι ύστερις μπήκε στο κουζινί, που, χαμηλό και αχυροφτιαμμένο ήτονε πλάι στο απαλάτι.
Σύμπισε την αθρακωνή κι έριξε λίγα τσουτσούδια λιήτσινα, ν' αρπάξει η στιά, στην ογνίστρα. Εβαλε ένα ξύλο κι από πάνω την πυροστιά και τη τηγάνα.
Εβγαλε από την πινιάτα τα ψεσινά τα λάχανα, τα περσευούμενα, με μία τρυπητή και τα σούρωσε.
Εριξε στη τηγάνα τότσο λάδι και δυο σκάρδες σκόρδο κι άμα τζιττζίριξε, έριξε τα λάχανα και μπόλικο πιπέρι.
- Αντραααα ακούστηκε η φωνή τση Μήτσενας, από την πλαϊνή αχυροκαλύβα π' ήτονε μισοφούντι.
- Αντρα, θ' ασκωθώ για ζύμωμα, μή θές να γαμίσεις;;
Η Μαριώ έφερε το χέρι στο στόμα σα να ντρεπούτανε για τούτο το πρωινό άκουσμα. Ενοιωσε να τση ανεβαίνει το αίμα και τα μάουλα τση αναψοκοκκινίσανε.
-Ωπωπώ, μονολόησε.
Τρίγια χρόνια παντρεμένη εδώ στο Ζυγωνό μα τα χούγια και το φέρεσται το Μεσιώτικο δεν το 'χε συνηθίσει ακόμα. Εκεί στ' Αγύρου, πο'χε μεγαλώσει, ήτονε αλλιώς μαθημένη.
Ακουσε τον άντρα τση, π' ασκώθηκε, κι επήρε δυο πινάκια να κενώσει το φαΐ. Το βαλε στην τάβλα.
- Καλημέρα τού'πε σαν εκειός αριβάρισε ...

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου