Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2013

Ενα Κερκυραϊκό ιατρείο ''Κάμαρα σκούρα''

Στα παλιά χρόνια οι γιατροί στην Κέρκυρα δεν είχαν ιδιωτικά ιατρεία αλλά συχνάζανε σε συγκεκριμένα
φαρμακεία.Η κάμαρα σκούρα ήταν ένα σκοτεινό κρύο δωμάτιο στο βάθος του φαρμακείου,πολλές φορές
με ιδιαίτερη είσοδο από το πίσω καντούνι.
Εκεί δεν γινόταν μόνο εξέταση των ασθενών,αλλά και ελεύθερηδιακίνηση ιδεών.
Μην ξεχνάμε ότι τα κοινεία δηλαδή τα clubs,επιτραπήκανε μόλις το 1843.
Εκεί λοιπόν όπως φαντάζεστε φίλοι Κερκυραίοι,φώναξαν για την κατάργηση της Ιονίου Ακαδημίας το 1865
ή για το γκρέμισμα της Porta Reale το 1893.
Στην άκρια του δωματίου υπήρχε το τακαντράπι για να κρεμάνε τα σιαλέτα,τις μπέρτες κ τσι πελερίνες.
Υπήρχε και η σκριβανία για να γράφεται η συνταγή.Καμμιά φορά υπήρχαν και πεύκια στο κρύο πάτωμα.
Υπήρχε όμως πάντα το επαναστατικό και εφηβικό πνεύμα του Κερκυραίου,που έδινε ζωή σε κάθε τι το
καταθλιπτικό.
Αυτό το πνεύμα φίλοι μου μην το χάσετε με τίποτσι!
Οτι κι αν μας κάνουν σήμερα εμείς δεν θα χάσουμε τη ζωντάνια και την επαναστατικότητα μας.
Εδώ δεν την έχαναν οι αντενάτοι μας,και θα την χάσουμε εμείς;

(στοιχεία για το άρθρο πήρα από το libro τση σιόρας Νινέττας Λάσκαρι ΚΕΡΚΥΡΑ)

Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2013

Ο ΚΕΦΑΛΟΝΙΤΗΣ του Γεωργίου Κακή Κωνσταντινάτου

Oι τρείς τελευταίοι μεγάλοι
ήσαν τού 1752, τού 1867, τού 1953.
Μπορούμε να φαντασθούμε τον επόμενο
εκεί κάπου στα μέσα τής παρούσας εκατονταετίας, περίπου στα 2050.
Όταν και πάλι ενδεχομένως δε θά'χει μείνει τίποτα όρθιο πάνω σ'αυτό το νησί
και κάθε επιστημονική ισχύς -μπροστά στη δύναμη τής φύσεως- θά'χει ηττηθεί.
Μπορούμε να φαντασθούμε ένα Κεφαλλωνιτόπουλο
περιδιαβαίνοντας στα τότε ερείπια τού νησιού μας,
να βρίσκη, σκονισμενό και ταλαιπωρημένο, ένα τεύχος τής Κεφαλονίτικης προόδου,
και να ξεφυλλίζη μέσα του, επικεφαλλίδες. άρθρα και ονόματα,
Δημήτριος Λουκάτος... Αγγελοδιονύσης Δεμπόνος... Γεράσιμος Πεντόγαλλος...
Γεώργιος Μοσχόπουλος... Νικόλαος Τζουγανάτος... Σωτήριος Γαλιατσάτος...
Φωκάς Κοσμετάτος, Μαρίνος και Νικόλαος... και άλλα... και άλλα...
Το πιθανότερο είναι να μην καταλάβη τίποτε
και να το κάμη το περιοδικό αυτό τής Κεφαλλωνίτικης Προόδου που βρήκε
προσάναμα για την υπαίθρια φωτιά το βράδυ,
όσο οι φωτιές αυτές θ' ανάβονται
μέχρι να'ρθούν τα σωστικά συνεργεία.
Μην σας απατά όμως η ενέργειά του αυτή.
Αυτός ο λαός, όσο ατίθασος κι αν δείχνεται,
τούς θέλει τούς Ποιητές του!
Είναι η σχέση τού Έλληνα με τα Ιερά του:
Δε έχει και πολλά πολλά μαζί τους
όμως τα θέλει, νά'ναι 'κει!
Όπως η σχέση τού Κεφαλλωνίτη με τον Άγιο του:
Τον βλαστημάει, αλλά τον έχει μέσα του, δικό του.
Εκείνο το Κεφαλλωνιτόπουλο τής μελλοντικής μας ιστορίας,
που ο πρόγονος του βρίσκεται σήμερα, αυτήν την ώρα,
έξω απ'τον πνευματικό μας χώρο,
και είτε τριγυρνάει μ'ένα μηχανάκι βολοδέρνωντας,
αφήνοντας ενίοτε τα σημάδια ενός απελπισμένου και επιδεικτικού ηρωισμού
στα προσκυνητάρια τών δρόμων ένα γύρω,
είτε ετοιμάζεται αυτό το βράδυ ''ζώντας'' με ότι τού προσφέρεται
να κάμη να περισσέψη κι απόψε το λάθος.
Το Κεφαλλωνιτόπουλο αυτό μπορεί ωστόσο με το ενστικτό του να νοιώση
πως με την δική του αυθεντικότητα
-την αυθεντικότητα ενός Αχιλλέα στο Τρωικό πεδίο τής ζωής,
αληθινού έστω και μέσ'από το λάθος του-
ασχολούνται όλοι οι Ποιητές, όλοι οι άνθρωποι τής Τέχνης και τού ενυπόστατου Πολιτισμού.
Εμείς είμαστε οι έντεχνοι
αυτός είναι ο αυθεντικός
και σαν τέτοιος,
μπορεί σε μια στιγμή, που λέει ο Σολωμός,
στο φως που αστράφτει μέσα του να γνωρίση ο νιός τον εαυτό του!
''φως που πατεί χαρούμενο τον άδη και τον χάρο''
και βγαίνοντας μέσα από τετρακοσίων ή οκτακοσίων χρονών σκλαβιά και κάθε λογής ερείπια
να σταθή αγέρωχος μπροστά στα έργα τέχνης τής ζωής
και να πη στη βαρβαρότητα που τα τσακίζει:
''Μην τα σπάτε...!
σας δίνω εγώ βόλια για το στήθος μου.''
Πρόκειται για το γνωστό περιστατικό που στην διάρκεια τής Ελληνικής Επαναστάσεως,
οι Ελληνες που πολιορκουσαν τους Τουρκους στην Ακροπολη,
όταν διαπίστωσαν πως αφαιρούσαν, για βόλια, το μολύβι απ'τους κίονες και τα γλυπτικά μέλη,
προσφέρθηκαν αυτοί -οι ''αδαείς'' και ''αμόρφωτοι''- να τους δώσουν όσα βόλια ήθελαν,
μόνο να μην σπάνε τον Παρθενώνα!
Ούτως εχόντων, ένα είναι βέβαιο για τον μελλοντικό πρωταγωνιστή,
το Κεφαλλωνιτόπουλο τής ιστορίας μας,
-κι αυτό πρέπει να έχουμε υπ'όψιν μας λειτουργώντας Τέχνη και Πολιτισμό- :
Σα μεγαλώσει, να ζήση σε μια Κεφαλλωνιά
οπού πάλι θα σηκώση το κεφάλι μέσ'από την όποια καταστροφή,
σα μεγαλώσει λοιπόν κι απ'τις σωσμένες μνήμες και την τοπική ιστορία
ακούσει και μάθει, τι ήταν το περιοδικό αυτό που τού 'βαλε φωτιά;
-μιά κιβωτός μνήμης και πολιτισμού τής ιστορίας τής ζωής του!-
τότε θα καταλάβει ότι κράτησε στα χέρια του ένα από τα λευκά περιστέρια τού τόπου του,
που σημαντικοί προγονοί του έγραφαν μέσ'την ψυχή τών σελίδων του
για να φωτίσουν το σκοτάδι γύρω τους
και που στο τέλος το χάρτινο αυτό περιοδικό περιστέρι ταπεινοφρονώντας κάηκε,
για να φτάση ακόμα κι έτσι
να τον ζεστάνη και να τον φωτίση!

Γεώργιος Κακής Κωνσταντινάτος
Ηθοποιός, Σκηνοθέτης,Εικαστικός
Σχολής Καλών Τεχνών -Τμήματος Θεάτρου-
Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Μέλος της Εθνικής Επιτροπής Ειδικών
τής Μπιεννάλε Νέων Δημιουργών Ευρώπης και Μεσογείου



''ΟΣΙΟΣ ΑΝΘΙΜΟΣ ΚΟΥΡΟΥΚΛΗΣ'' 4 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ από την Ελένη Χάρου

O ΟΣΙΟΣ ΑΝΘΙΜΟΣ ΚΟΥΡΟΥΚΛΗΣ ΣΤΑ ΚΥΘΗΡΑ
Ο Όσιος Άνθιμος Κουρούκλης από το Ληξούρι της Κεφαλληνίας (1727-1782) είναι ο τυφλός ιεραπόστολος του Αιγαίου, που έδρασε κατά το 18ο αι. παράλληλα με το μεγάλο δάσκαλο του Γένους, Κοσμά τον Αιτωλό.
 Ο Όσιος Άνθιμος πραγματοποίησε 3 ιεραποστολικές περιοδείες στα νησιά του Αιγαίου, όπου ίδρυσε, ή ανακαίνισε και αναδιοργάνωσε μονές. 
Στα Κύθηρα ήρθε το 1773, όπου μόνασε για κάποιο διάστημα στον Άγιο Γιάννη στις Αγριολίες, ένα παλιό ανδρικό μοναστηράκι, το οποίο μαρτυρείται στη διαθήκη του Κοσμά Λευθέρη το 1586. Πιθανόν να οδηγήθηκε εκεί, διότι υπήρχε βήμα του Αγίου Γερασίμου, προστάτη της Κεφαλληνίας και μεγάλη εικόνα του Αγίου, αφιέρωμα του ιερομονάχου Γερασίμου Δαρμάρου κατά το 1753. 
Φαίνεται ότι ο Άνθιμος αναδιοργάνωσε και ανακαίνισε τη μονή, της οποίας θεωρείται ο νέος κτήτωρ και κάθε χρόνο γιορτάζεται η μνήμη του εκεί στις 4 Σεπτεμβρίου.
 Το 1783 ηγούμενος αναφέρεται ο παπα Αντώνιος Λευθέρης και τo 1827 μένει εκεί κοντά ο παπα Ιωάννης Λευθέρης ποτέ Μανώλη Κοντό, ο οποίος στη διαθήκη του αφήνει την εκκλησία στο γιο του Παναγιώτη. Μέχρι σήμερα το όνομα της οικογένειας Λευθέρη είναι συνδεδεμένο με το μοναστηράκι αυτό, στο οποίο την παραμονή γίνεται πανηγυρικός εσπερινός και ανήμερα θεία λειτουργία.

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2013

''Ο ΜΟΥΡΑΤΟΡΟΣ'' του Σταμάτη Κυριάκη (Κέρκυρα)

Τα χρόνια τα παλιά είχα πάει μια φορά για μπάνιο στη άκρη στη Δασιά , κοντά στον Ύψο.

Μου έκανε εντύπωση που ανάμεσα στις καλύβες του Κλαμπ Μεντιτερανέ υπήρχε μια στενή λωρίδα γης πλάτους όσο ένας δρόμος. 
Ήταν φυτεμένη με ντοματιές , πιπεριές , αγγουριές καιλοιπά κηπευτικά.

Στην μέση αυτής της λωρίδας ήταν μια καλύβα και ένα πηγάδι.

Ένας γέροντας με τρίτσα και δίκοπη δούλευε σκυφτός πάνω κάτω.

Εκείνη την εποχή επικρατούσε το δόγμα «Χασίσι , γαμίσι και επιστροφή στη φύση». Η βιομηχανία του τουρισμού ήταν προσαρμοσμένη σε αυτό.

Το «Κλάμπ Μεντιτερανέ» ήταν πρωτόγονες καλύβες, εστιατόρια με ξύλινους πάγκους στη σειρά χωρίς σερβιτόρους , έρωτας στην άμμο , αμφισβήτηση χωρίς σουτιέν, ίσιο ατίθασο μακρύ μαλλί και κορδέλες.

Γελούσα πάντα με αυτή τη γλυκανάλατη ιμιτασιόν ευρωπαϊκή εκδοχή του τύπου, Τζόνυ Χαλιντέυ, Τόνυ Πινέλι , Ανταμό και το (πάντα) ερωτευμένο ζεύγος Αλ Μπάνο -Ρομίνα Πάουερ.

Αναρωτήθηκα πως, και το , Γαλλικών συμφερόντων, Κλαμπ Μεντιτερανέ δεν είχε καταφέρει να πάρει το χτήμα του γερόντου που χώριζε στη μέση την τεράστια έκτασή των 380 στεμμάτων .

Κάποτε, λοιπόν , μεγάλωσαν και οι χίπηδες και φτάσαμε στην εποχή του δόγματος «Μαλί , Γυαλί και παντελόνι Lee » . Στην εποποιία του ενοικιαζόμενου δωματίου, της ψαροταβέρνας, της παγωμένης μπύρας, της κοιλίτσας και των αντηλιακών Coppertone για «γρήγορο και μπρούτζινο μαύρισμα» (Τρεχάτε δεν προλαβαίνουμε!).

Ο Γιος του γερόντου υπέκυψε στον πειρασμό και έφτιαξε και μερικά δωμάτια με καρκινογόνα ελενίτ δίπλα στο καλύβι του γέρου .

Έβαλε και ένα κιόσκι πάνω από το πηγάδι για να φαίνεται πιο Τραντιζιονάλε.

Πέρασαν τα χρόνια και δεν ξαναπήγα στην δασιά .

Οι Χίπηδες μεγάλωσαν και άλλο και φτάσαμε αισίως στην εποχή των μεγάλων ξενοδοχείων-τεράτων και του δόγματος «Τζακούζι , μπαλκόνια και εμπριμέ σεντόνια».

Σήμερα με έφερε ξανά ο δρόμος μου ξανά στη Δασιά.

Είχα ολοσχερώς σβήσει από την μνήμη μου τον γέροντα και την λωρίδα αντίστασης στην μέση του Κλάμπ Μεντιτερανέ.

Περπατούσα αφηρημένος στην παραλία προς τη μεριά του Ύψου .

Πάνω από την αμμουδιά μια ατελείωτη απειλητική συρμάτινη περίφραξη σου υπενθύμιζε τα όρια της ελευθερίας.

Μέσα από την περίφραξη παλιές ερειπωμένες καλύβες ως μνημεία μιας αρχαίας και λαμπρής εποχής του Κλάμπ.

Τώρα είναι ιδιοκτησία ενός Ρώσου μεγιστάνα που την εποχή του Ροκ εντ Ρολ αυτός ήταν ταμίας της Κομσομόλ με όραμα.

Ξαφνικά , ανάμεσα από τα συρματοπλέγματα Βλέπω ένα μικρό άνοιγμα και μια διακριτική ταμπελίτσα. «Καφέ Μουρατόρος» και από κάτω , «Καφέδες , Σάντουιτς, Αναψυκτικά».

Σκέφτομαι να μπω να πιω ένα ουζάκι .

«Είναι νωρίς ακόμα». Σκέφτομαι.

Μπαίνω στην ελεύθερη λωρίδα γης (κάτι σαν τη Γάζα) και φτάνω στο «Καφέ Μουρατόρος».

Κάθομαι στον ίσκιο και εμφανίζεται ένας νεαρός χαμογελαστός, αδύνατος , μελαχρινός και συμπαθέστατος νεαρός.

«Να σου φέρω κάτι ;» Ρωτάει με οικειότητα.

«Ένα ουζάκι , φίλε». Απαντώ.

Έχω λίγο γαύρο μαρινάτο …τον έφτιαξα εγώ . Σου αρέσει; .. η να βάλω καμιά τοματούλα με κανένα κεφτεδάκι;».

Γιατί «Μουρατόρος» ; Ερωτώ.

«Έτσι λέγανε τον Πάππου μου…» «..Ήτανε χτίστης και σπουδαίος πελεκητής πέτρας εδώ στο Κατωμέρι…» «..πήρε αυτό το κομμάτι γης τότε ..» «..ερχότανε εδώ για να ησυχάσει , έβαζε καμιά ντομάτα και κανένα αγγουράκι».

Τον κοιτάω στα μάτια σοβαρά και του λέω: «Αν σου δώσω δύο εκατομμύρια ευρώ το πουλάς;»

«Όχι ....ήτανε του πάππου μου.» μου λέει κοφτά και φεύγει.

Τονε φωνάζω για να πληρώσω.

«Τι χρωστάω;»

«Ένα ευρώ»

«Λίγα δεν είναι;»

«Άμα είναι να πληγωθείς δώσε περισσότερα» μου λέει χαμογελώντας.

Λέω να ξαναπάω.

Ο ΚΕΡΑΤΑΣ σε Κερκυραϊκή απόδοση

Σαν γλυκαθεί ο κερατάς, 
στη γλύκα του κεράτου
μέλι και γάλα γένεται
με τη νοικοκυρά του!

(ριμέτα τση νόνας)

από: Α'Υ'ΠΝΟΙ ΚΕΡΚΥΡΑΙΟΙ ΠΕΤΕΓΟΛΑΡΟΥΝ

Ο ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ ΚΕΦΑΛΟΝΙΤΗΣ

Ο Παράξενος Κεφαλονίτης
Τι αέρας ανάποδος, ποια φουρτούνα οργισμένη τον έριξε εκείνον τον άμοιρο νησιώτη στ’ απόκεντρα, στ’ απάτητα χωριά μας, που έπρεπε να περπατήσεις εδώθε μια μέρα για να φτάσεις σε δημόσιο δρόμο; Εκεί, εξόν απ’ τους ντόπιους που ήταν ριζωμένοι στο χώμα τους σαν τα δέντρα και τα κοτρόνια του τόπου, κανένας ξένος δεν πατούσε ποτέ. Οι μόνες αρχές που μας είχε στείλει το κράτος ήταν η χωροφυλακή: Κάτι Κρητίκαροι με φουσκωτές βράκες και μαύρο κεφαλοπάνι, με βούρδουλα στο χέρι, σ’ έπιανε τρόμος να τους βλέπεις, μόλο που οι περισσότεροι ήταν ήρεμοι ανθρώποι. Κοντά στους χωροφυλάκους γνοιάστηκαν τότε να μας στείλουν και δάσκαλο, αφού ο δικός μας, ο βαλμένος από την κοινότητα, είχε φύγει με τους κληρωτούς.
Ετσι λοιπόν μας ήρθε ο δάσκαλος ο Κεφαλονίτης.
Πού να ήταν τάχα, σε ποιο μέρος της Γης, αυτή η Κεφαλονιά; Στο σχολειό μας, που εξακολουθούσε να βρίσκεται μες στο παρεκκλήσι του Αηνικόλα, δεν είχαμε βέβαια χάρτη, ούτε ήμασταν τόσο πολύ προχωρημένοι στη Γεωγραφία, για να ξέρουμε πού έπεφτε αυτό το νησί. Ομως θα βρίσκονταν πολύ μακριά, στα πέρατα του κόσμου, αφού κανένας δικός μας δεν είχε φτάσει εκεί, ούτε άλλος από κει μας ξανάρθε ποτέ.
Και να τώρα που ξεφύτρωσε στο χωριό μας τούτος ο Κεφαλονίτης.
Ηταν άμαθος από τέτοια μέρη, δεν ήξερε καλά καλά να περπατήσει. Το χωριό μας έρχονταν κατηφοριά κι είχε όλο κακοτοπιές. Πριν από λίγα χρόνια βούλιαξε κιόλας και η εικόνα που θα παρουσίαζε σ’ έναν πρωτόφερτο δε θα ‘ταν καθόλου ευχάριστη. Μέρες, βδομάδες έκανε ο καινούριος δάσκαλος να το συνηθίσει, γιατί, λέει, του ‘ρχόταν σκοτούρα!
Μα ήταν κι ένα άλλο χειρότερο που τον πιλάτευε κει στη μοναξιά. Τα παιδιά δεν άργησαν να το μάθουν και το λέγαν αναμεταξύ τους σα να μην το πίστευαν:
– Ο δάσκαλος ο Κεφαλονίτης σκιάζεται τα σκυλιά…
Και όποτε τον καλούσαν στα σπίτια, δίσταζε πολύ να πάει μουσαφίρης.
– Ε, ε! φώναζε από παραπέρα με τη συρτή, αστεία φωνή του. Δέστε το σκύλο σας να περάσω!
Ολοι έκαναν γούστο, κρυφογελούσαν μαζί του, γιατί ο φόβος του φαινόταν αλήθεια κωμικός. Να βλέπεις έναν κοτζάμ άντρα με μπαστούνι στο ένα χέρι, με πέτρες στο άλλο, να στέκεται στην άκρη της ρούγας φωνάζοντας στις απορημένες νοικοκυράδες να δέσουν τα σκυλιά τους, τους φύλακες των σπιτιών, που μονάχα όταν έπαιρναν να ψωμώσουν οι ρόκες τα περιόριζαν με τριχιές μερικά, όσα είχαν το κακό συνήθειο να τρων, σαν τα γιδερά ή τις γελάδες, καλαμπόκια, και τώρα ετούτος να θέλει να βάλει τάξη στους ανθρώπους και στα ζωντανά, ε, αυτό ήταν ένα θέαμα, ένα άκουσμα που δεν είχε ξανασταθεί στα χωριά μας.
(…)
– Πωπώ, μαντρόσκυλα! έλεγε για τα πιο συνηθισμένα, τα πιο άκακα σχεδόν.
Για να μην έχει μπερδέματα μαζί τους, προτιμούσε να κάθεται στην κατοικία του, στο κέντρο του χωριού, δίπλα απ’ την αστυνομία και τα μαγαζιά, εκεί που δεν είχαν βέβαια καμιά θέση τα σκυλιά, εκείνα είχαν τη δουλειά τους, το καθένα κοντά στο κονάκι του.
Ακούγοντας όμως για κατοικία του δασκάλου, μην πάει ο νους σας σε τίποτε το ξεχωριστό! Κοιμόταν απλούστατα μες στο σχολειό, δηλαδή στο παρεκκλήσι, επειδή κανένα σπίτι στο χωριό δεν είχε διαθέσιμη κάμαρα να του παραχωρήσει. Ετσι κι αυτός το έπιασε στα δυτικά της εκκλησιάς, στην απάνω μεριά, το «γυναίκειο», όπου ανέβαινε κανείς με τρία τέσσερα σκαλοπάτια. Στην πλακόστρωτη εκείνη εξέδρα, να πούμε, είχε ένα κουτσοτράπεζο, χωρίς συρτάρι, για γραφείο, μ’ ένα σκαμνί απ’ το μπακάλικο για κάθισμα και κάτι παλιοσάνιδα παραπέρα, με κοτρόνες από κάτου, που του χρησίμευαν για κρεβάτι. Ο πρόχειρος κοιτώνας του με όλο το νοικοκυριό – μια τέντζερη κι ένα καπάκι, καθώς και το τσουκάλι για νερό – ήταν εκτεθειμένα στην κοινή περιέργεια.
{…}
Ο δάσκαλός μας όμως είχε κι άλλες παραξενιές, λόξες με το σωρό.
Μια μέρα με τ’ απόβροχο μας είδε στο διάλειμμα σκορπισμένους εκεί γύρω, στα χωράφια και στις μεγάλες πέτρες. Του κινήθηκε η περιέργεια, ήθελε να μάθει γιατί σκύβουμε έτσι.
– Μαζώνουμε μπομπόλια, δάσκαλε! τον πληροφόρησε κάποιος.
Στην αρχή μόρφασε μ’ αποστροφή, γιατί πήγε ο νους του αλλού, στα «σαλίτια» που λέμε εμείς, στους σιχαμένους γυμνοσάλιαγκους. Μα όταν του πήγε ένα δείγμα κι είδε πως πρόκειται για σαλιγκάρια με τα στριφτά καβούκια, αλλάζοντας έκφραση και γνώμη, μας έβαλε να του βρούμε κι αυτουνού. Τα παιδιά σκόρπισαν αμέσως με χαρούμενους αλαλαγμούς, περίεργα να ιδούν τι θα κάνει ο δάσκαλος. Ηταν φανερό πως δεν τα ‘θελε για πετροβόλημα, όπως τα μαθητούδια, ούτε για να τους τσακίζει ανώφελα τα τσόφλια, όπως έκαναν εκείνα με την παιδιάτικη αναισθησία τους. Ο δάσκαλος είχε άλλο σκοπό, ούτε λίγο ούτε πολύ θα τα έτρωγε.
– Θα τα κάμω γιαχνί, μονολογούσε χωρίς εμείς να καταλαβαίνουμε τη σημασία.
(…)
Αλλη μια μέρα μας είδε απ’ το σκολειό αντίκρυ στη ρίπα, στο άδεντρο μέρος που κυνηγιόμασταν πετώντας ο ένας απάνω στον άλλον κατιτί. Επειδή αργήσαμε κιόλας να φτάσουμε, ζήτησε να μάθει τι ήταν εκείνο.
– Ενα πουλί, του απάντησε κάποιος τολμηρός απ’ την παρέα. Το σκότωσε ο Νάκος Νάσιος στον αέρα και μας το ‘δωσε να παίξουμε. Δεν τρώγεται.
Χωρίς να χάσει καιρό, έστειλε έναν από μας να του φέρει το πουλί πέρ’ απ’ το λαγκάδι, όπου το είχαμε πετάξει. Αργησε κάμποσο ο μαθητής, ίσως κι επίτηδες, για να γλιτώσει το μάθημα. Οταν γύρισε με το πουλί, ο Κεφαλονίτης το πήρε, το κοίταξε, το γύρισε από δω, το εξέτασε από κει, το απίθωσε απάνω στο τραπέζι, άνοιξε ένα βιβλίο – Ζωολογία, φαίνεται – και με ύφος ειδικού αποφάσισε:
– Αυτό τρώγεται. Γίνεται ωραίο στιφάδο…, πρόσθεσε πιο σιγά.
Την τελευταία λέξη δεν την καταλάβαμε πάλι, αλλά μας έφτανε η απροσδόκητη ανακάλυψή του για το πουλί που δεν το ‘χε σε τίποτε να το φάει.
Γυρίζοντας στα σπίτια μας το αναφέραμε του μαχαλιώτη μας του Νάκου Νάσιου, που κάθονταν απάνω στο δρόμο κι εκείνες τις μέρες ήταν με λίγη άδεια στο χωριό, στρατιώτης ακόμα με τους άλλους.
Εκείνος κούνησε το κεφάλι του:
– Φαίνεται πως ο δάσκαλός σας δεν έχει σπυρί μυαλό. Και τι γράμματα καρτερείτε να μάθετε απ’ αυτόν; Αμ εκείνο ήταν μπουφογέρακο, δεν τα γνωρίζω εγώ; Αλλά τέτοιοι είν’ οι Κεφαλονίτες, έχουμε κι έναν στο λόχο μας, φλογέρα το κεφάλι…
{…}
Αρχίσαμε να βλέπουμε μ’ άλλο μάτι, σαν είδος μασόνο, το δάσκαλό μας που έτρωγε μαγειρεμένα σαλιγκάρια, που δειπνούσε με μαγαρισμένα πουλιά. Παρόλο που δεν ήταν νευρικός, ούτε και μας χτυπούσε συχνά, θα προτιμούσαμε να έχουμε έναν δικό μας, ντόπιο, που να τον νιώθουμε κι ας μας έδερνε.
Στο μεταξύ εκείνος, αποκλεισμένος σχεδόν εκεί στο μεσοχώρι, μη θέλοντας να πίνει ρακί στα μαγαζιά με τους χωριανούς μας, μην πολυκάνοντας παρέα ούτε τους γειτόνους του χωροφυλάκους, αποφεύγοντας να πηγαίνει και στα σπίτια απ’ το φόβο των σκυλιών, που φάνταζαν στα μάτια του σαν τρομερά θηρία, καθόταν κλεισμένος εκεί στην έρημη κόχη της εκκλησιάς, μπροστά στις αμίλητες σκυθρωπές εικόνες, ανάμεσα στην τέντζερη που την έλεγε κατσαρόλα και στο καπάκι που το έλεγε πιάτο, ασυνεννόητος, απομόναχος και πικραμένος, με μόνη του ελπίδα τη μετάθεση (όταν θα ξεθύμωνε ή θα εξουδετερώνονταν ο ισχυρός διώχτης του που τον είχε πετάξει εδωπέρα), με μόνη του συντροφιά γι’ αυτόν τον παντάξενο, τη χρυσόφλογη, φλύαρη φωτιά που έκαιγε κοντά στον τοίχο μαυρίζοντάς τον ολοένα και σχηματίζοντας σωρό τη στάχτη.
Γιώργος Κοτζιούλας: “Ο παράξενος Κεφαλονίτης”

Αδελφοί Σταθάτου (Ιθακήσιοι εφοπλιστές)

ΟΘΩΝ(1846-1918)

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ(1851-1922)

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ(1859-1930)

Υιοί του Ιθακήσιου δάσκαλου Αντωνίου Σταθάτου.
Γεννήθηκαν στην Ιθάκη,όπου έλαβαν την πρώτη μόρφωση τους.Στην συνέχεια
πήγαν στην Βραϊλα της Ρουμανίας,στον μεγαλέμπορο θείο τους,Αντ.Θεοφιλάτο.
Εκεί έμαθαν καλά την αγορά του Δούναβη,απέκτησαν δικά τους ποταμόπλοια και συσσώρευσαν σημαντικά κέρδη.
Στην συνέχεια αγόρασαν ατμόπλοια φορτηγά,όπου τοποθέτησαν σαν κυβερνήτες,τους άριστους Ιθακήσιους πλοιάρχους.
Ετσι έχουμε τα: ΑΜΦΙΤΡΙΤΗ, ΠΑΡΘΕΝΩΝ, ΧΑΡ.ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ, ΠΟΛΥΜΗΤΙΣ....
Το 1905 κατά τους διωγμούς των Ελλήνων,οι Ρουμανικές αρχές τούς ανακοίνωσαν ότι τούς εξαιρούσαν λόγω της μεγάλης εκτίμησης που έτρεφαν στην οικογένεια.
Οι Σταθάτοι όμως εγκατέλειψαν την Ρουμανία και ήρθαν στο εθνικό κέντρο,την Αθήνα.
Εδώ συνέχισαν την εφοπλιστική πορεία τους,αλλά και έντονη φιλανθρωπική δραστηριότητα.
Ο Οθων Σταθάτος ίδρυσε το 1907,στην Ιθάκη σε καινούργιο κτήριο Ναυτική και Εμπορική Σχολή.
Πιθανολογείται ότι το κτήριο ήταν έργο του Τσίλερ.
Το 1913 διέκοψε την λειτουργία της,λόγω δυσαρέσκειας από την πολιτική στάση ορισμένων 
φίλων του.
Να ξέρετε ότι εμείς οι Θιακοί και οι Κεφαλονίτες όταν δυσαρεστούμεθα από ανθρώπους που θεωρούμε φίλους μας, τα σταματάμε όλα. Η αγνωμοσύνη είναι το μόνο που δεν συγχωρούμε.

Δώρησε όμως το μέγαρο στο Δημόσιο,και έγινε δημοτικό σχολείο,ενώ από τους τόκους του 
κεφαλαίου,θεσμοθέτησε υποτροφία στο εξωτερικό για δασκάλους και καθηγητές.
Στην σύζυγο του, Αθηνά, αφιέρωσε πτέρυγα στο Ασκληπείο Βούλας.
Το Μέγαρο Σταθάτου (έργο του Ερνέστου Τσίλερ) στην γωνία των οδών Βασιλίσσης Σοφίας και Ηροδότου στην Αθήνα χτίστηκε από τον ίδιο όταν μετέφερε εκεί την έδρα των επiχειρήσεων του.
Η σύζυγος του Αθηνά, πέθανε το 1937.

Οθων Σταθάτος

Μέγαρο Σταθάτου (Αθήνα)