Τρίτη, 9 Αυγούστου 2016

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΣΙΚΟΥΛΑ του Δημήτρη Ε.Σολδάτου

Στην μνήμη της θειας μου, που θάψαμε σήμερα
και που η δύσκολη ζωή της μου ενέπνευσε την ιστορία αυτή…
,
ΤΗΝ ΕΒΛΕΠΑ ΣΥΧΝΑ-ΠΥΚΝΑ, καθώς διέσχιζε πρωί-πρωί την περιφερειακή οδό, αποδουλεμένη χωριάτισσα, μετρίου αναστήματος, γύρω στα εβδομήντα, φορώντας τις χαρακτηριστικές μαύρες γαλότσες, ανεξαρτήτως των καιρικών συνθηκών, και σέρνοντας πίσω της, μ’ ένα λεπτό σχοινί, την τρομαγμένη απ’ τα διερχόμενα οχήματα κατσικούλα της.
Σαν μια ρωγμή στον χωροχρόνο φαινόταν το απρόσμενο σκηνικό, ειδικά κατά τους θερινούς μήνες, όπου μηχανές μεγάλου κυβισμού διέρχονταν με ιλιγγιώδη ταχύτητα, και αυτοκίνητα με ξένες πινακίδες έσερναν τα γιγαντιαία τροχόσπιτά τους, σαν τεράστιες χελώνες που μόλις βγήκαν απ’ το καβούκι τους, δημιουργώντας ένα κυκλοφοριακό κομφούζιο!
Μια μέρα, ένα μηχανάκι πέρασε από δίπλα της, και η κομμένη εξάτμιση έσκασε σαν πυροβολισμός στον αέρα. Η γυναικούλα γονάτισε στην άσφαλτο τρομαγμένη κι έκρυψε το κεφάλι της ανάμεσα στα χέρια, ενώ η πανικόβλητη κατσικούλα έκοψε το ήδη ξεφτισμένο σχοινί και σκλημίδευε στα παρακείμενα χωράφια…
Η Λευτέρω, έτσι την έλεγαν, είχε μια θλιβερή ιστορία! Η άκρη του νήματος βρίσκεται μακριά, στα πέτρινα χρόνια του εμφυλίου πολέμου.
Σήμερα, οι νέοι που τσακώνονται για την μπάλα, για το ποιος έχει τα περισσότερα κυβικά στην μοτοσυκλέτα του ή το πιο σύγχρονο κινητό, φαίνεται σχεδόν αδύνατον να φανταστούν τι σημαίνει εμφύλιος! Γι’ αυτούς είναι, απλώς, μια λέξη ή το πολύ ένα SOS στο μάθημα της Ιστορίας. Και δεν πειράζει που δεν μπορούν να το φανταστούν, φοβάμαι μόνον μήπως ξεχαστεί τόση φρίκη, μήπως ξεθωριάσει τόσο αίμα, ώστε κάποτε – Θεός φυλάξοι! – το μάθημα επαναληφθεί.
Μέσα στην κατοχή, λοιπόν, σ’ ένα χωριό της Λευκάδας που τ’ ονόμαζαν χαριτολογώντας Μικρή Μόσχα – λόγω του ότι, εκτός από έναν, τον αγροφύλακα, όλοι οι άλλοι ήταν κομμουνιστές – ήρθε στον κόσμο ανήμερα του Πάσχα ένα κοριτσάκι. Το βγάλανε Λευτέρω, για να ’χει τ’ όνομα της πολυπόθητης λευτεριάς. Κι αφού γεννήθηκε την Πασχαλιά, είθε να φέρει σύντομα και την νεκρανάσταση της πατρίδας, είπαν.
Πράγματι, μια μέρα οι Γερμανοί πήραν τον δρόμο για την παγωμένη χώρα τους, αφήνοντας πίσω λάκκους κλειστούς και πληγές ανοιχτές. Μα τώρα, μιαν άλλη, μεγαλύτερη συμφορά μας περίμενε.
Οι δεξιοί λέγανε πως αυτοί έδιωξαν τους Γερμανούς και πως οι αριστεροί ήταν μπολσεβίκοι, τσιράκια της Ρωσίας, που θέλανε να φκιάξουν ένα κράτος ανθελληνικό, με όλους μέσα τους προλετάριους των Βαλκανίων.
Οι αριστεροί λέγανε πως αυτοί κατατρόπωσαν τον κατακτητή και πως οι δεξιοί ήταν πουλημένοι, τσιράκια της Αγγλίας, που θέλανε να κάνουν μια ελεύθερη χώρα δυτικό προτεκτοράτο.
Τότε, φούσκωσαν τα ποτάμια απ’ το αίμα. Ένα κόκκινο πουλόβερ να φορούσες, ήσουν κομμουνιστής, κι αυτό σήμαινε θάνατο. Ένα μπλε σακάκι να έβαζες, ήσουν αγγλόφιλος, κι αυτό σήμαινε θάνατο. Μια λάθος λέξη, σήμαινε θάνατο. Μια λάθος σιωπή, σήμαινε θάνατο. Μύριζαν οι δρόμοι θάνατο, τα λαγκάδια, οι πηγές, οι αυλές, τα σπίτια. Δεν ήσουν ασφαλής ούτε στην κοιλιά της μάνας σου!
Κίνησαν ένα πρωί οι κομμουνιστές απ’ την Μικρή Μόσχα και πήγαν στο επονομαζόμενο Μικρό Λονδίνο, ένα χωριό αντίστοιχο του δικού τους, που εκεί ήταν όλοι δεξιοί – και ο αγροφύλακας! Σκότωσαν όσους άντρες βρήκαν, ακόμα και τους γέρους… Βίασαν τις γυναίκες, αφού πριν τις υπέβαλαν σε ασύλληπτους εξευτελισμούς! Έκαμαν αίσχη απερίγραπτα: έχεσαν στα σκαφίδια, που εκείνη την ώρα κάποιες ζύμωναν ψωμί, κατούρησαν τα εικονίσματα, έπιασαν έγκυες, τις σκίσανε την κοιλιά με το μαχαίρι κι έβγαλαν έξω τ’ αγέννητα και τα κλοτσούσαν! Βρήκαν ένα μωρό, που το έκρυψε η μάνα του, λες κι ήταν καρβέλι στην πινακωτή, το έπιασαν οι αντάρτες απ’ τα πόδια κρεμασμένο ανάποδα, το έσκισαν στα δύο και το πέταξαν στον αναμμένο φούρνο… Ύστερα, έκαψαν το χωριό απ’ άκρη σ’ άκρη, τις εκκλησίες, το σχολείο – τα πάντα! Χύμηξαν και στα κοπάδια. Σφάξανε όσα ζώα μπορούσαν κι έβαλαν σούβλες και τα φάγανε. Φέρανε και τα κλαρίνα και χορέψανε πάνω στα αίματα και στ’ αποκαΐδια…
Την άλλη βδομάδα, οι δεξιοί αντάρτες φύλαξαν πότε έλειπαν απ’ την Μικρή Μόσχα οι άντρες, και κίνησαν, με μάτια που γυάλιζαν σαν του τρελού, γι’ αντίποινα. Πέτρα στην πέτρα δεν άφησαν! Έκαναν τα ίδια και χειρότερα: έσφαξαν τα γυναικόπαιδα σαν κατσίκια και βίασαν τις μανάδες πάνω στο αίμα των παιδιών τους, που άχνιζε ακόμα… Ύστερα τις έκοψαν τα μαστάρια και τα δάχτυλα με το κλαδοψάλιδο και τις πήραν με τον μπαλτά τα κεφάλια κι έπαιζαν κλοτσοσκούφι! Κρέμασαν τους γέρους στον πλάτανο κι έκαψαν ζωντανούς τους αρρώστους! Ακόμα και σκύλους και γάτες έριξαν στην πυρά…
Εκείνη την ημέρα, η μικρή Λευτέρω είχε βγάλει την κατσικούλα της για βοσκή. Απ’ το κοντινό ύψωμα είδε τους αντάρτες να βιάζουν την μάνα της, να καίνε τον άρρωστο πατέρα της αλείφοντάς τον με πίσσα, να ξεκοιλιάζουν τον μικρότερο αδερφούλη της, να κάνουν στάχτη το σπιτικό της και να ξαμολιούνται τριγύρω γυρεύοντας ζωντανά για να σφάξουν…
Τρέμοντας τρύπωσε σε μια σπηλιά, που η είσοδος κρυβόταν από ένα μεγάλο πουρνάρι. Πήρε την κατσικούλα της αγκαλιά και της έκλεισε το στόμα να μην βελάξει. Έξω ακούγονταν κιόλας οι αγριοφωνάρες των ανταρτών. Απόμακρα έπεφταν κουμπουριές, και ήδη στρίγγλιζαν τα κλαρίνα που έπαιζαν για να χορέψουν οι φονιάδες.
Τα βήματα πλησίαζαν ολοένα, και κάποιος είπε: «Μου φάνηκε πως είδα μια γίδα εδώ γύρω. Ας σκορπίσουμε να την βρούμε πιο εύκολα!» Η καρδούλα της μικρής Λευτέρως μέσα στην σπηλιά πήγαινε να σπάσει… Άκουσε το πουρνάρι ν’ αναμερίζεται και είδε τον ίσκιο του αντάρτη που έπεφτε πάνω της, καθώς είχε στην πλάτη του τον ήλιο.
Σε λίγο, ένας αγριάνθρωπος – έτσι της φάνηκε – στάθηκε μπροστά της. Η καημενούλα, σχεδόν λιποθύμησε απ’ τον τρόμο της! Έτσι όπως ήταν μαζεμένη σαν κουβάρι, ένιωσε κάτι ζεστό να κυλάει στα ξυπόλυτα ποδαράκια της, είχε κατουρηθεί πάνω της… Ο αγριάνθρωπος πλησίασε κοντύτερα κι έκατσε στα γόνατα. Εκείνη έκλεισε τα μάτια και το κατακλείδι της έτρεμε… Ένιωσε το χέρι του ν’ αγγίζει τα μαλλιά της. Να, τώρα θα της πάρει το κεφάλι! Όμως, τα βήματα άρχισαν ν’ απομακρύνονται… Μισάνοιξε τα βλέφαρα. Ο αντάρτης σταμάτησε. Γύρισε και την κοίταξε. Εκείνη πάγωσε! Αυτός της χαμογέλασε… Και δίχως να πει λέξη, πετάχτηκε έξω με δυο δρασκελιές και χάθηκε στο φως, που θάμπωνε τα μάτια της.
Η μικρή Λευτέρω έμεινε καιρό σε κείνη την σπηλιά. Η κατσικούλα έβγαινε μόνη της το πρωί να βοσκήσει. Και το βράδυ ξαναγύριζε με τα μαστάρια της γεμάτα γάλα, για να βυζάξει, ως άλλη μάνα, τ’ ορφανό κορίτσι!
Την βρήκαν άρρωστη και μισοσαλεμένη κάτι βοσκοί, οδηγημένοι απ’ τα σκυλιά τους. Την έδωσαν στις καλόγριες των Αγίων Ασωμάτων να την φροντίσουν και να την συνεφέρουν. Πήρε βδομάδες για να ξανανιώσει τον εαυτό της και να σταθεί πάλι στα πόδια της.
Αργότερα, ήρθε μια θεια της απ’ το διπλανό χωριό και την συμμάζεψε. Την μεγάλωσε, την πάντρεψε κι έκαμε και παιδιά η Λευτέρω. Τώρα είναι και γιαγιά.
Όλοι, όμως, με διαβεβαίωσαν πως δεν υπήρξε ούτε μια μέρα στην ζωή της από κείνα τα χρόνια ως σήμερα, που να έμεινε δίχως κατσίκα!
Κι είναι πράγματι συγκινητικό να την βλέπεις στον περιφερειακό να κρατάει με το ’να χέρι την εγγονούλα της και με τ’ άλλο να σέρνει την κατσικούλα, με τόση τρυφερότητα, λες και βοηθάει την γριά μάνα της να περάσει απέναντι.
Δημήτρης Ε. Σολδάτος
«Λευκαδίτικα διηγήματα»
Fagotto books”, 2016

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου